Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Βίος Απολλωνίου στο λεξικό Ηλίου




ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Τυανεύς. Φιλόσοφος, θεόσοφος, θαυματουργός, θεουργός, ο τυπικώτατος εκπρόσωπος του θρησκευτικού και φιλοσοφικού συγκριτισμού των περί Χριστόν χρόνων. Η νεότης του συμπίπτει περίπου εις την αρχήν του 1ου μετά Χριστόν αιώνος (κατ’ ακριβέστερον καθορισμόν τον Απρίλιον του 17 μ.Χ. ήγεν ηλικίαν μεταξύ του 16ου και 20ου έτους), ήτο υιός ομωνύμου τινός εξελληνισμένου Καππαδόκου, παμπλούτου και εκ παλαιάς οικογενείας των Τυάνων καταγομένου, εξεπαιδεύθη δε κυρίως εις την Ταρσόν της Κιλικίας, την περίφημον εκείνην εστίαν της ελληνικής φιλοσοφίας, επίσης δε και εις τας Αιγάς, την γειτονικήν της Ταρσού πόλιν.

Μετά το πέρας της θεωρητικής του παιδεύσεως υπέβαλεν εαυτόν εις αυστηράν άσκησιν – εις πενταετήν σιωπήν – διέμενε δε κατά το διάστημα τούτο άλλοτε εις την Παμφυλίαν, άλλοτε εις την Κιλικίαν. Πασίγνωστος πλέον δια την ευσέβειαν, την σοφίαν και την θαυματουργόν δύναμιν, ήρχισε τον αξιομνημόνευτο πλάνητα βίον του. Οι βιογράφοι του, και μάλιστα ο Φιλόστρατος, διατείνονται ότι μετέβη όχι μόνον εις Αντιόχειαν και άλλας πόλεις της δυτικής Ασίας, αλλά και εις την Μεσοποταμίαν και εις τας Ινδίας. Εις το σημείον τούτο η βιογραφία του Φιλοστράτου καθίσταται εξ ολοκλήρου πολυμαθής μυθιστορία, αι τοιούτου δε τύπου μυθιστορίαι ήσαν κατ’ εξοχήν αρεσταί εις τους χρόνους του Σεπτιμίου Σεβήρου.

Επανελθών ο Απολλώνιος εκ των εις την απωτάτην Ανατολήν περιηγήσεων τούτων (αι οποίαι θα ήρχισαν περί το 45 μ.Χ.) διέτριψε (κατά τα τελευταία πιθανώς έτη της αρχής του Κλαυδίου και τα πρώτα του Νέρωνος) με ιδιαιτέραν προτίμησιν εις τα ελληνικάς χώρας της Μικράς Ασίας, όπου, εν μέσω περιβάλλοντος ακράτως θεραπεύοντος το σώμα, εξέπληττεν η άκρα αγνεία του, όπως επίσης εξέπληττεν, ιδία εις την Ιωνίαν, ο ζήλος του κατά της χρήσεως υπό των Ελλήνων «βαρβαρικών», ως έλεγε, δηλαδή ρωμαϊκών ονομάτων. Ώριμος πλέον αποφάσισε να επισκεφθή και τα δυτικά μέρη του Ρωμαϊκού κράτους, εν πρώτοις δε την χώρα των πόθων του, την Ελλάδα.

Από την Έφεσον, ως λέγεται, απήλθε δια Περγάμου κατά πρώτον εις τας αρχαιότητας του Ιλίου, αι οποίαι όλως ιδιαιτέρως εδέσμευσαν την προσοχήν του. Απ’ εκεί μετέβη, ακολουθών εκ του εγγύς τας αναμνήσεις του μυθικού και ηρωϊκού παρελθόντος των Ελλήνων, δια Λέσβου και Ευβοίας, εις τον Πειραιά το φθινόπωρον του 60 μ.Χ., καθ’ ον χρόνον εωρτάζοντο τα Ελευσίνια μυστήρια. Εάν πιστεύσωμεν τον Φιλόστρατον, αι Αθήναι παρέσχον εις τον Απολλώνιον μεγάλην ευκαιρίαν δια να φανή εις όλον το μεγαλείον του, πράγμα άλλως τε όχι δυσχερές, ένεκα της γνωριμίας του εις την ένδοξον πόλιν με πολλούς φιλοσόφους και πολλάς λατρείας. «Ως τις δεύτερος Επιμενίδης» λέγεται ότι εδίδαξε «περί της εκάστη θεότητι αρεσκούσης θυσίας» και του καταλληλοτάτου τρόπου αυτής. Από Κερκυραίον τινά θηλυδρίαν νεανίαν σπουδάζοντα εις τας Αθήνας και ανάγοντα το γένος του εις τον βασιλέα των Φαιάκων Αλκίνοον, «απήλασε τον δαίμονα» και κατέστησε αυτόν σοβαρόν φιλόσοφον. Κατέβαλε δε πάσαν προσπάθειαν όπως αποτρέψη τους Αθηναίους από την εκφαύλισιν της εορτής των Διονυσίων δια γυναικείας πομπής, ασελγών χορών κι άλλων ακολασιών, ωσαύτως δε και από την εξακολούθησιν των επονειδίστων και εις αυτούς εισχωρησάντων αγώνων των μονομάχων, παροδικώς μόνον, ως φαίνεται το τελευταίον τούτο κατορθώσας.

Την άνοιξην του 61 επεσκέφθη, κατά τα λεγόμενα, ο Απολλώνιος τους εν Θερμοπύλαις Αμφικτίονας, έπειτα δε τα περιφημότατα ιερά, τους ναούς του Απόλλωνος εις Άβας και Δελφούς, το μαντείον της Δωδώνης, το μαντείον του Τροφωνίου εις την Λεβάδειαν, το ιερόν του Αμφιαράου εις τον Ωρωπόν, τέλος το ιερόν των Μουσών εις τον Ελικώνα, έως ότου τον Ιούλιον του 61 κατά πρόσκλησιν των Ηλείων μετέσχε της εορτής των Ολυμπιακών αγώνων. Εις την Ολυμπίαν συνήψε στενωτέρας σχέσεις με τους Σπαρτιάτας, επεσκέφθη και την Σπάρτην, όπου διέμεινε μέχρι του έαρος του 62, λέγεται δε ότι αι σοβαραί συμβουλαί του περιέστειλαν την εν Σπάρτη αισθητήν ήδη κατάπτωσιν των ηθών και της αγωγής των νέων. Ο Απολλώνιος εξακολουθεί τον πλάνητα βίον του. Μεταβαίνει εις την Κρήτην. Το 66 εμφανίζεται εις την Ρώμην, κατόπιν εις την Ισπανίαν (66-67), τέλος επανέρχεται τον Σεπτέμβριον του 68 εις την Ελλάδα, τον αυτόν μήνα μυείται τα Ελευσίνια μυστήρια, κατόπιν (68-69) επισκέπτεται πάλιν τα εν Ελλάδι ιερά, το έαρ του 69 δε περιοδεύει την Χίον, την Ρόδον, την Αίγυπτον και τας περί τον άνω Νείλον χώρας.

Εις την Αίγυπτον γνωρίζεται με τον αυτοκράτορα Βεσπασιανόν, παρά του οποίου εξαιρέτως τιμάται. Μόλις όμως αργότερον έμαθεν ότι ο Βεσπασιανός αφήρεσεν από την Αχαΐαν την πλασματικήν αυτονομίαν, την οποίαν ο Νέρων είχε δώσει εις αυτήν, και την κατέστησε πάλιν ρωμαϊκήν επαρχίαν, κατελήφθη ο ελληνικώτατος Απολλώνιος υπό μεγάλης οργής και απέρριψεν επανειλημμένως και οριστικώς την πρόσκλησιν του αυτοκράτορος, επιθυμούντος να έχη αυτόν πλησίον του, και πολλάς έγραψεν εις τον Βεσπασιανόν πικρότατας επιστολάς, εις τας οποίας παρέβαλλεν αυτόν, όστις «τους Έλληνας ούς ο Νέρων παίζων ηλευθέρωσεν, αυτός σπουδάζων εδουλώσατο», προς τον Ξέρξην και τον συνέκρινεν εις δυσμενή παραλληλισμόν με τον Νέρωνα, ο οποίος τουλάχιστον εις την περίστασιν ταύτην κατά τον Απολλώνιον, ενήργησε γενναιότερον ή ο εξυμνούμενος Φλάβιος. Παρά ταύτα, η αγανάκτησις δεν ωδήγησεν αυτόν εις διακοπήν πάσης σχέσεων με τον οίκον των Φλαβίων. Τουναντίον, όπως και άλλως δεν παρεγνώριζε την χρηστότητα της νέας επί Βεσπασιανού καταστάσεως, ούτω μετά την εκ του άνω Νείλου επάνοδόν του συνήψε φιλικωτάτας σχέσεις και προς τον ευγενήν υιόν του αυτοκράτορος, τον Τίτον, πρώτον δι’ επιστολών, έπειτα το 71, και δια προσωπικής γνωριμίας εις Κιλικίαν. Δεν πρέπει δε να παραλείψωμεν ότι το 69 ή 70, εις την Αλεξάνδρειαν, συνεβούλευσε τον Βεσπασιανόν να φροντίζη ως ηγεμών διηνεκώς ώστε αι ελληνικαί επαρχίαι να τυγχάνουν τοιούτων μόνον διοικητών οι οποίοι να γνωρίζουν την ελληνικήν γλώσσαν και τους ελληνικούς τρόπους του ζην.

Περιοδεύει την Φοινίκην, την Συρίαν, την Κιλικίαν και διαμένει επί μακρόν, ως φαίνεται, εις την Ιωνίαν. Εν τω μεταξύ το στυγνόν, αλλόκοτον και δεσποτικόν πνεύμα των τελευταίων ιδίως ετών της ηγεμονίας του Δομιτιανού εμποιεί, τουλάχιστον εις τους ευγενεστέρους Έλληνας, εντύπωσιν δυσμενεστάτην. Υπό τοιαύτην εντύπωσιν διατελών ο γηραιός Απολλώνιος καταλαμβάνεται από ισχυράν αντιπάθειαν εναντίον της φαυλότητας του εσχάτου εκ του οίκου των Φλαβίων αυτοκράτορος. Ευρισκόμεθα εις το έτος 92 περίπου, εις την δυτικήν Μικράν Ασίαν. Ο Απολλώνιος ζητεί, πλην άλλων, να εξεγείρη τα πνεύματα και αυτών ακόμη των εν Ασία ανωτάτων Ρωμαίων υπαλλήλων κατά του τυραννικού Δομιτιανού, υπαινισσόμενος λίαν σαφώς τους αιματηρούς τρόπους δια των οποίων οι αρχαίοι Έλληνες απηλλάσσοντο των τυράννων των. Διετύπωνε δε απεριφράστως την γνώμην του και εις την Σμύρνην και εις την Έφεσον και μάλιστα όταν η Έφεσος εώρταζεν τον «ανόσιον αιμομιξίαν» θεωρούμενον ψευδή γάμον του Δομιτιανού με την ωραίαν ανεψιάν του Ιουλίαν. Εννοείται ότι και ένεκα του ιδιαιτέρου κύρους του ανδρός και διότι εις τους συγχρόνους φιλοσόφους πολλούς είχε τους αντιπάλους, η τοιαύτη διαγωγή του δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη επί μακρόν τον αυτοκράτορα, εις τον οποίον είχεν ήδη καταστεί ύποπτος λόγω των σχέσεων του προς τον Νερούαν και άλλους Ρωμαίους ευπατρίδας, τους οποίους ο Δομιτιανός μεγάλως υπέβλεπε. Διό και ο αυτοκράτωρ διενοείτο να συλλάβη τον θρασύν «δημηγόρον» και να τον παραπέμψη εις δίκην.

Ο ατρόμητος Απολλώνιος, καθ’ α αναφέρει ο Φιλόστρατος μεταβαίνει εις το σπήλαιον του λέοντος. Το έαρ του 93 ευρίσκομεν αυτόν εις την Ρώμην, όπου μόλις ήλθε συνελήφθη. Απαγγέλλεται κατ’ αυτού κατηγορία, ότι όχι μόνον τους Ρωμαίους φίλους του παρώρμησεν εις συνωμοσίαν κατά του αυτοκράτορος, αλλ’ ότι εθυσίασε και παίδα τινα Αρκάδα, ίνα εκ των σπλάχνων τούτου μαντευθή περί της επιτυχίας των σχεδίων της συνωμοσίας. Μετά τινά χρόνον άγεται ενώπιον του αυτοκράτορος, μετά του οποίου έρχεται εις μακράν και ζωηράν συζήτησιν, απολήξασαν εις πλήρη ρήξιν. Ο Απολλώνιος εν τω μεταξύ ετηρείτο υπό αυστηράν φρούρησιν, μετεχειρίζοντο δε αυτόν ως αποδεδειγμένον κακοποιόν. Μετ’ ολίγον χάρις εις τας ενεργείας ισχυρού Ρωμαίου φίλου του, επανέρχεται εις την προτέραν ηπιωτέραν φυλακήν και ευθύς έπειτα άγεται εις δίκην, παρόντος και του Δομιτιανού. Είτε δε διότι θετικώς δεν ήσαν εις θέσιν να κατηγορήσουν τι του Απολλωνίου, είτε διότι ο έξοχος ανήρ, εις τον οποίον ο κόσμος όλος απέδιδεν υπερφυσικάς ιδιότητας, πράγματι είχεν επιβάλει σεβασμόν εις τον δεισιδαίμονα Δομιτιανόν, το πράγμα έληξεν εις την υπό του αυτοκράτορος παύσιν της δίκης και εις την ακώλυτον του Απολλωνίου εκ Ρώμης διαφυγήν.

Ο Απολλώνιος μετέβη το πρώτον εις Ποτιόλους ή Δικαιαρχίαν και απ’ εκεί δια Σικελίας εις Αχαΐαν, ένθα κατά Ιούλιον του 93 παρέστη εις την πανήγυριν των Ολυμπιακών αγώνων και εχαιρετίσθη με πάνδημον χαράν από τους Έλληνας «απολωλότα ήδη νομίζοντας αυτόν». Αφού δε επί τεσσαράκοντας ημέρας διέτριψεν εις Ολυμπίαν, μετέβη εις το μαντείον του Τροφωνίου, έπειτα δε διέμεινε δύο ολόκληρα έτη εν μέσω των Ελλήνων της Αχαΐας, μεθ’ ο το 95 επανήλθε εις την αγαπητήν του Ιωνίαν, όπου διέμεινε ιδίως εις την Έφεσον και την Σμύρνην. Ευρίσκετο δε εις την Έφεσον όταν, όχι μετά πολύ χρόνον, τον Σεπτέμβριον του 96, απεκαλύφθη εις τον μισοτύραννον φιλόσοφον εν ταυτοχρόνω, ως λέγεται προς τον φόνον οράματι, ότι ο Δομιτιανός εφονεύθη εις το παλάτιόν του υπό πολλών εκ των αμέσως περιστοιχιζόντων αυτόν και ότι ο φίλος του, ο εξαίρετος και φιλαθήναιος Νερούας, ανήλθεν εις του Παλατίνου τον θρόνον. Με το γεγονός αυτό λήγει και του Απολλωνίου η δράσις. Επέζησε κατά πάσαν πιθανότηταν της βραχείας και αγαθής διακυβερνήσεως του Νερούα. Απέθανε δε, υπεργήρως, εν αρχή, φαίνεται, της ηγεμονίας του Τραϊανού, περί το έτος 100, όπως παραδίδουν οι αρχαίοι βιογράφοι και ιστορικοί και οι Βυζαντινοί χρονογράφοι και δέχεται ο Μόμμσεν εν τη υπ’ αυτού γενομένη εκδόσει του Χρονικού του Λατίνου εκκλησιαστικού πατρός Κασσιοδώρου.

Δεν παρήλθε πολύς χρόνος και ποικιλώταται διεδόθησαν φήμαι περί του θαυμαστού ανδρός. Πάντως η μνήμη του Απολλωνίου – του οποίου και μετά εκατόν έτη ζωηράν ετήρουν την ανάμνησιν και αλλαχού αλλ’ ιδίως εις την πατρίδα του, τα Τύανα, εικόνες και ναοί, όπως παραδίδει ο Φιλόστρατος, ο Κάσσιος Δίων και η «Αυγουσταία Ιστορία» – παρέμεινεν εις τον εθνικόν κόσμον των υστέρων χρόνων, μηδέ των αυτοκρατόρων εξαιρουμένων, εις μεγάλας και μάλιστα θείας τιμάς. Και υπό των χριστιανών ακόμη ετιμάτο ο Απολλώνιος πριν παρ’ αυτοίς επικρατήση η περί εχθρότητος τούτου προς τον Χριστιανισμόν άκριτος γνώμη, την οποίαν επιφανείς ερευνηταί, όπως ο Γιάκομπς, ο Νεάντερ, ο Σμιτ και άλλοι, ανήρεσαν. Εις δε τους εθνικούς αι περί του Απολλωνίου ως «πολλά και θαυμάσια διαπράξαντος» παραδόσεις και η θρυλουμένη αυστηρά ηθικότης του βίου, έδωσαν αφορμήν να αντιτάξουν, εις τους χρόνους των κατά του Χριστιανισμού διωγμών το μυθώδες καταστάν πρόσωπον του γόητος των Τυάνων κατά του προσώπου του Θεανθρώπου. Κατά δε τους επί Διοκλητιανού διωγμούς (330 και κατόπιν), εις την Νικομήδειαν, κέντρον της εν τη Ανατολή αντιχριστιανικής κινήσεως, ο Ιεροκλής, αντίπαλος του Χριστιανισμού έγραψε περί Απολλωνίου, συγκρίνων αυτόν προς τον Ιησούν και ζητών δια της συγκρίσεως ταύτης να δείξη την υπεροχήν του Απολλωνίου, «ός εκ παιδός κομιδή νέος, και αφ’ ου περί επετράπετο τω φιλανθρώπω Ασκληπιώ, πολλά και θαυμαστά διεπράξατο... ημείς μεν τον τα τοιαύτα πεποιηκότα ου θεόν, αλλά θεού κεχαρισμένον άνδρα ηγούμεθα, οι δε δι’ ολίγας τερατείας τον Ιησούν θεόν αναγορεύουσι».

Μετά τον Ιεροκλέα, εις τον οποίον απήντησεν ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος («Προς τα υπό του Φιλοστράτου εις Απολλώνιον τον Τυανέα δια την Ιεροκλεί παραληφθείσαν αυτού τε και του Χριστού σύγκρισιν»), έγραψεν ο Νέος Πλατωνικός Ευνάπιος: «Απολλώνιος τε ο εκ Τυάνων ουκέτι φιλόσοφος, αλλ’ ως τι θεών και ανθρώπων μέσον. Την μεν γαρ Πυθαγόρειον φιλοσοφίαν ζηλώσας πολύ το θειότερον και ενεργόν κατ’ αυτήν επεδείξατο. Αλλά το μεν ες τούτον ο Λήμνιος επετέλεσε Φιλόστρατος, Βίου επιγράψας Απολλωνίου το βιβλίον, δέον Επιδημίαν ες ανθρώπους θεού καλείν». Εις τους μεταγενεστέρους Βυζαντίνους είχε καταστή το «ενδιάμεσον» τούτο «θεού και ανθρώπου», ο «μεταξύ των ανθρώπων παρεπιδημών θεός», όλως μυθώδες πρόσωπον, νομιζόμενος υπ’ αυτών Απολλώνιος ως ζήσας κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου του Μεγάλου, όπως έδειξεν ο Μπούρκχαρτ εις το περί των χρόνων του αυτοκράτορος τούτου βιβλίον του. Τέλος απογόνους δεν κατέλιπεν ο φιλόσοφος των Τυάνων. Αδέσποτον μόνον φήμη κατέστησεν αυτόν πατέρα του «θεοειδούς» Αλεξάνδρου του Πηλοπλάτωνος, του εκ Σελευκείας της Κιλικίας, γεννηθέντος εξ αθεμίτου σχέσεως του Απολλωνίου προς την «περιττήν το είδος» σύζυγον Αλεξάνδρου τινός, συνηγόρου εν δικαστηρίοις.

Ο εξελληνισμένος ούτος Καππαδόκης, ο ελληνικώτερος των Ελλήνων των χρόνων του, και κατά τον τρόπον του βίου και κατά την πνευματικήν του τάσιν αφωσιωμένος εις την φιλοσοφίαν και την αυστηρότητα της αρχαίας Πυθαγορείου Σχολής, επεδίωκε να εμπνεύση πνευματικωτέραν ουσίαν εις την διεφθαρμένην πολυθεΐαν των χρόνων του. Καταστάς ο Απολλώνιος κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα ο περικλεέστατος εκπρόσωπος της Πυθαγορείου Σχολής, εθεώρει και ούτος την μυθολογίαν «κατ’ ουσίαν απλούν έργον των ποιητών», οι οποίοι ουδόλως κηδόμενοι της αληθείας «βιάζονται πιθανούς φαίνεσθαι τους εαυτών λόγους». Εξήγει δε και αυτός τους μύθους ως επί το πλείστον αλληγορικώς. «Απεστρέφετο και αυτός μεγάλως την αισθητήν παράστασιν της θεότητος». Και στηριζόμενος επί ασυνήθως ευρείας γνώσεως των εν τω κλασσικώ κόσμω αρχαιόθεν επικρατούντων θρησκευμάτων μετά των ιεροτελεστιών των και των θεσμίων, της ιστορίας και της αρχήθεν σημασίας αυτών, εζήτει, κατά τας μακροτάτας εις τας χώρας του Ελληνορωμαϊκού κόσμου περιοδείας του, να διδάσκη πανταχού τους ιερείς «περί του ιδεώδους υποκειμένου του έργου» των. Περιπλέον δε, επειδή επρέσβευεν αυστηροτάτας ηθικάς αρχάς, και ακριβώς αυταί απετέλουν το κέντρον του όλου θρησκευτικού και φιλοσοφικού συστήματός του εζήτει και αμέσως και πρακτικώς να επιδρά και, όπως οι Στωικοί, να καταπολεμή την φαύλην ηθικήν κατάστασιν των χρόνων του και να επιτύχη ηθικήν τινα μεταρρύθμισιν. Αλλά τοσούτον ολοσχερώς εις την ψυχήν του επεκράτει και το πνευματικόν ρεύμα των χρόνων του, ώστε μετά της ιδεώδους ταύτης τάσεως, μετά της αρχαϊκής προς την ελευθερίαν αγάπης, μετά της ισχυράς ορμής ενθουσιασμού, έχοντος την προέλευσιν του εις μυστικισμόν, ηνούτο και φανατική τις δεισιδαιμονία και κλίσις προς μαγείαν, προφητείαν και θαυματουργίαν. Αι τελευταίαι δε αύται απόκρυφοι ιδιότητες, γνωσταί εις ημάς εκ του Φιλοστράτου και άλλων, αντλούντων πάντων τούτων τας ειδήσεις των εκ πηγών όχι διαυγών, κατέστησαν τον Απολλώνιον υποκείμενον εξετάσεως υπό των παραψυχολόγων των χρόνων μας, οίτινες ώρισαν αυτόν ως ισχυρότατον μέντιουμ κ.α.

Ό,τι δυνάμεθα μετά βεβαιότητος να ισχυρισθώμεν είναι τούτο: Ότι ο αρχαίος κόσμος ο οποίος εις την μνήμην του Απολλωνίου καθιέρωσεν εικόνας, ναούς, θυσίας και νομίσματα, δεν επλανήθη. Και ότι αληθώς ο Απολλώνιος με την φιλοσοφίαν και την ηθικήν του, με την αγάπην του προς την ελευθερίαν, αγάπην τρεφομένην από τας μεγάλας παραδόσεις του παρελθόντος, με την περιφρόνησιν προς την ηδονήν – καίτοι αι γυναίκες έξαλλοι εκ θαυμασμού συνωθούντο προς αυτόν – κατ’ ανάγκην ο Απολλώνιος ενεποίησεν εντύπωσιν επιβάλλουσαν σεβασμόν, καθ’ ον χρόνον η διάλυσις και καταστροφή της αρχαίας θρησκείας και ηθικότητος ηυξάνετο διηνεκώς με βήματα γιγαντιαία. Η εμφάνισις δε τοιούτου ανδρός εν μέσω των Ελλήνων αποκτά ιδιάζον ενδιαφέρον, διότι εις τας θεωρίας του Απολλωνίου περί του «Ελληνισμού» – υπό την γενικωτάτην ηθική ιστορικήν έννοιαν του ονόματος – ευρίσκομεν το ωραιότερον και γνησιώτερον πρότυπον των φρονημάτων και αισθημάτων των πεπαιδευμένων ανδρών της Ανατολής προς την παλαιάν πατρίδα του αρχαίου πολιτισμού. Με την έμμονον και σφοδράν αγάπην του προς την Ελλάδα εζήτει εναγωνίως εις τους Έλληνας των χρόνων του Νέρωνος και των διαδόχων αυτού να βλέπη τον λαόν του κλασικού παρελθόντος. Εκ της υπό του Νέρωνος γενομένης πλασματικής, ως ελέχθη ανωτέρω, «ανορθώσεως της ελευθερίας των Ελλήνων» προσεδόκα την «επάνοδον των Ελλήνων εις τα Δωρικά και Αττικά ήθη» και χάριν της σκιώδους και απατηλής ταύτης εικόνος «ελευθερίας και αυτονομίας» ήτο έτοιμος ο ελληνίζων Καππαδόκης να συγχωρήση τον ουτιδανώτατον των ανθρώπων δια τα αισχρουργήματά του, αυτόν ακριβώς δια τον οποίον ολίγον πρότερον έθετε δηκτικώς το ζήτημα: «Εάν ο Νέρων άδων δεν κατέστη εις τους Έλληνας ολεθριώτερος ή ο Ξέρξης δια των εξ Ασίας μυριάδων πολεμιστών».

Και όμως! Ο υπέρ των Ελλήνων κοπτόμενος και κατεξαντλούμενος φιλόσοφος των Τυάνων ετίμα απλώς εις το πρόσωπον των συγχρόνων το ιερόν παρελθόν, περί αυτών δε, πέραν του οίκτου και της στοργής και της ελπίδος, ουδεμίαν έτρεφε αυταπάτην. Και έγραφεν, απογοητευμένος, από το Άργος εις τους σοφούς του εν Αλεξανδρεία μουσείου: «Εγεινόμην εν Άργει και Φωκίδι και Λοκρίδι και εν Σικυώνι και εν Μεγάροις και διαλεγόμενος του έμπροσθεν χρόνοις επαυσάμην εκεί. Τι, ουν, ει τις έροιτο, το αίτιον; Εγώ φράσαιμι υμίν και ταις Μούσαις: Εβαρβαρώθην ου χρόνιος ων αφ’ Ελλάδος, αλλά χρόνιος εν Ελλάδι». Ο διηνεκής υπέρ της Ελλάδος και της ηθικής τάξεως αγών του Απολλωνίου είναι εκ των υψίστων ενδείξεων του τι δύναται να κατορθώση η ελληνική παιδεία όταν ενοικήση εις «ευτυχή» φύσιν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με greeklish δεν γίνονται δεκτά.