Translate

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

Τι πίστευαν οι πρώτοι Χριστιανοί;

 

 
Αντίθετα με αυτά που πιστεύουν σήμερα οι περισσότεροι Χριστιανοί, ο πρώιμος Χριστιανισμός δεν υπήρξε ποτέ ως ενιαίο δόγμα το οποίο διαχωρίστηκε σε αιρέσεις αργότερα. Οι αιρέσεις υπήρχαν εξ αρχής, με αρκετά διαφορετικές απόψεις ως προς θεμελιώδη ζητήματα της θρησκείας. Μία από αυτές για παράδειγμα ήταν ο Δοκητισμός ο οποίος δεν πίστευε ότι ο Ιησούς είχε όντως πεθάνει και αναστηθεί αλλά το σώμα του ήταν κάτι σαν φάντασμα. Ουσιαστικά εκείνοι οι Χριστιανοί πίστευαν σε έναν αιθέριο Ιησού ο οποίος ουδέποτε περπάτησε επί της γης (κάτι τέτοιο φαίνεται και στις επιστολές του Παύλου). Η εκ πρώτης όψεως εξωπραγματική αυτή θέση υποστηρίζεται και από τα κείμενα δύο Χριστιανών απολογητών του 2ου αιώνα οι οποίοι απλώς και πέρα από κάθε προσδοκία αγνοούν τελείως τον Ιησού.
 
Ο πρώτος είναι ο φιλόσοφος και απολογητής Αθηναγόρας ο οποίος στο έργο του Πρεσβεία περί Χριστιανών υπερασπίζεται την χριστιανική πίστη απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Αυρήλιο. Αν και παρουσιάζει εκτενώς τις χριστιανικές διδασκαλίες και αναφέρεται στους Μωυσή, Ησαΐα, Ιερεμία και λοιπούς προφήτες, εν τούτοις δεν υπάρχει η παραμικρή μνεία στον Ιησού (πλην μιας αόριστης αναφοράς σε κάποιον γιο του θεού). Η ίδια σιγή παρατηρείται και στο δεύτερο έργο του Περί Αναστάσεως Νεκρών όπου και πάλι δεν διαβάζουμε τίποτα για τον Ιησού, την ανάστασή του ή τους νεκρούς που ανέστησε.
 
Το ίδιο συμβαίνει με τον Επίσκοπο Αντιοχείας Θεόφιλο. Στο απολογητικό του έργο Προς Αυτόλυκον δεν αναφέρει κανέναν Χριστό αλλά λέει ότι οι Χριστιανοί ονομάζονται έτσι επειδή έχουν χριστεί με το έλαιο του θεού:
 
τοιγαροῦν ἡμεῖς τούτου εἵνεκεν καλούμεθα χριστιανοὶ ὅτι χριόμεθα ἔλαιον θεοῦ
 
Περισσότερο συγκλονιστική είναι η επόμενη παράγραφος όπου ο Θεόφιλος καταπιάνεται με το θέμα της αναστάσεως των νεκρών. Ο Αυτόλυκος λοιπόν του ζητάει να του δείξει έστω έναν αναστημένο νεκρό:
 
Δεῖξόν μοι κἂν ἕνα ἐγερθέντα ἐκ νεκρῶν, ἵνα ἰδὼν πιστεύσω
 
Και τι του απαντάει ο Θεόφιλος; Τίποτα απολύτως! Ούτε λέξη για την ανάσταση του Ιησού. Αναγκάζεται να καταφύγει σε γενικότητες για τους ... καρπούς των δένδρων και τον κύκλο της σελήνης. Στο δε τρίτο βιβλίο όπου καταφέρεται εναντίον των ελληνικών δοξασιών, αναφέρεται μόνο σε πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης:

- Τούτου μὲν οὖν τοῦ θείου νόμου διάκονος γεγένηται Μωσῆς

- Περὶ μὲν οὖν τῆς μετανοίας Ἠσαΐας ὁ προφήτης

- καὶ ἕτερος προφήτης Ἐζεχιήλ φησιν

-  καὶ ἕτερος, Ἱερεμίας

- Σολομὼν μὲν οὖν, ὁ βασιλεὺς καὶ προφήτης γενόμενος
 
Και όταν τελικά φτάνει στις χριστιανικές διδασκαλίες, δεν αναφέρει κανέναν Ιησού ή έστω τον Κύριο αλλά την... φωνή του ευαγγελίου:
 
ἡ δὲ εὐαγγέλιος φωνὴ ἐπιτατικώτερον διδάσκει περὶ ἁγνείας λέγουσα

Το έργο μάλιστα κλείνει με μια χρονογραφία από την δημιουργία του κόσμου μέχρι τον Αυρήλιο. Και πάλι δεν υπάρχει ούτε νύξη για τον Ιησού. Έχουμε λοιπόν συγγραφείς οι οποίοι αν και Χριστιανοί, αγνοούν πλήρως κάποιον Χριστό ο οποίος είχε ζήσει λίγες δεκαετίες πριν και είχε διδάξει όλα όσα πρεσβεύουν ενώ ταυτοχρόνως πέθανε και αναστήθηκε, καθώς τα ευαγγέλια που διαθέτουν προφανώς δεν γράφουν τίποτα σχετικό.
 
Η ύπαρξη αυτών των δοξασιών μαρτυρείται σαφώς και στην Καινή Διαθήκη. Στην πρώτη επιστολή Ιωάννου διαβάζουμε για κάποιους αντίχριστους ψευδοπροφήτες οι οποίοι βρίσκονται ήδη στον κόσμο και δεν ομολογούν την ενσάρκωση του Ιησού (4:1):

πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον [...]   καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη.

Ομοίως στην δεύτερη επιστολή Ιωάννου (1:7):
 
ὅτι πολλοὶ πλάνοι εἰσῆλθον εἰς τὸν κόσμον, οἱ μὴ ὁμολογοῦντες Ἰησοῦν Χριστὸν ἐρχόμενον ἐν σαρκί· οὗτός ἐστιν ὁ πλάνος καὶἀντίχριστος.
 
Προκύπτει λοιπόν το απροσδόκητο γεγονός της ύπαρξης Χριστιανών οι οποίοι αγνοούσαν τελείως κάποιον θαυματοποιό προφήτη από την Γαλιλαία ονόματι Ιησού (ή θεωρούσαν ότι επρόκειτο για ουράνιο ον) κάτι που αποδεικνύει ότι οι απαρχές του Χριστιανισμού είναι πολύ διαφορετικές από τις παραδεκτές.

Ο αιρετικός Μαρκίων

 


 

Ποιος ήταν ο Μαρκίων;

Ήταν σίγουρα ο πιο αμφιλεγόμενος και ταυτοχρόνως ο σημαντικότερος θεολόγος του δεύτερου αιώνα, το πρόσωπο του οποίου η πραγματική σημασία τόσο για την προέλευση όσο και, όπως θα δούμε, για το περιεχόμενο του σημερινού βιβλικού κανόνα μας, ήτοι την συλλογή των είκοσι επτά κειμένων της Καινής Διαθήκης, μέχρι σήμερα ελάχιστα αναγνωρίζεται. Για τους αντιπάλους του, τους Καθολικούς Χριστιανούς, ο Μαρκίων ήταν καθαρά και απλά ο «κύριος αιρετικός», η ενσάρκωση του κακού, ο «πρωτότοκος του Σατανά». Από την άλλη, οι φίλοι και οι οπαδοί του τον τιμούσαν ως τον μεγάλο χριστιανό δάσκαλο. Όταν έβλεπαν  προς τον ουρανό, τον είδαν να στέκεται στα αριστερά του Χριστού (η δεξιά πλευρά προοριζόταν για τον Παύλο). 
 
Η έχθρα της Καθολικής Εκκλησίας εκείνη την εποχή για τον αρχιαιρετικό είναι εύκολο να εξηγηθεί αν σκεφτεί κανείς ότι στην εποχή τους ο Μαρκίων και οι οπαδοί του αντιπροσώπευαν έναν από τους ισχυρότερους και πιο επικίνδυνους ανταγωνιστές τους. Ο Μαρκίων δεν ήταν μόνο δάσκαλος, αλλά ήταν επίσης ενεργός ως ιδρυτής των δικών του εκκλησιών, οι οποίες ονομάστηκαν από αυτόν (όπως οι Λουθηρανοί ονομάστηκαν αργότερα από τον Λούθηρο) και διαδόθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο από την Ρώμη μέχρι την Έδεσσα (σημερινή Συρία).
 
Τον δεύτερο και τρίτο αιώνα η εκκλησία των Μαρκιωνιτών ήταν απλώς η αντίθεση στην Καθολική εκκλησία και για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν ανώτερη από αυτήν σε δύναμη και επιρροή. «Η αιρετική παράδοση του Μαρκίωνα έχει γεμίσει ολόκληρο τον κόσμο», παραπονιέται ακόμη ο Καθολικός Τερτυλλιανός (ακολουθώντας τον Ιουστίνο) στις αρχές του τρίτου αιώνα, στο έργο μαμούθ του εναντίον του Μαρκίωνα, που είχε ως μοναδικό σκοπό την εξόντωση της καταραμένης αίρεσης των Μαρκιωνιτών. Ακόμα και ο αντίπαλος των Χριστιανών Κέλσος, στην διαμάχη με τον Ωριγένη, αντιλαμβανόταν ότι «Χριστιανοί» σήμαινε κυρίως Μαρκιωνίτες Χριστιανοί – κάτι που επιτρέπει ένα σημαντικό συμπέρασμα σχετικά με την εξάπλωση του Μαρκιωνισμού αυτή την εποχή. [...]

Ως πλοιοκτήτης και έμπορος, ο Μαρκίων πιστεύεται ότι διέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Μικρά Ασία, όπου προφανώς απέκτησε μεγάλο χρηματικό ποσό, ώσπου τελικά, «ήδη γέροντας» (πιθανώς γύρω στα 60), «μετά τον θάνατο του επισκόπου Υγίνου» (140 ΚΕ), ήρθε στην Ρώμη. Το αν και σε ποιο βαθμό ο Μαρκίων ήταν ήδη ενεργός ως ιεραπόστολος πριν έρθει στην Ρώμη, αμφισβητείται. Ενώ ο Harnack και άλλοι ερευνητές πιστεύουν ότι ο Μαρκίων άρχισε να ιδρύει δικές του χριστιανικές εκκλησίες μόνο μετά την παραμονή του στην Ρώμη, πολλοί μελετητές είναι της άποψης ότι ο Μαρκίων άρχισε ήδη να χτίζει την Εκκλησία του πριν έρθει στην Ρώμη. Σε γενικές γραμμές, η τελευταία άποψη φαίνεται πολύ πιο εύλογη. Δεδομένου ότι ήδη από τα μέσα του αιώνα ο καθολικός Ιουστίνος μπορεί να παρατηρήσει ότι οι εκκλησίες των Μαρκιωνιτών είναι διασκορπισμένες σε ολόκληρο τον κόσμο (Apol., 1.58), ο Μαρκίων πρέπει να είχε ήδη δραστηριοποιηθεί ως ιεραπόστολος και να είχε ιδρύσει τις δικές του εκκλησίες πριν από την διαμονή του στην Ρώμη, όπου αυτές οι εκκλησίες, φυσικά, θα μπορούσαν να έχουν μια χαλαρή σχέση με την Καθολική εκκλησία της Ρώμης. Η τεράστια εξάπλωση των Μαρκιωνικών εκκλησιών σε ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου δεν μπορεί να εξηγηθεί αν αυτό συνέβη σε μιάμιση δεκαετία, πλην του γεγονότος ότι δύσκολα μπορεί κανείς να πιστώσει ένα τόσο γιγάντιο ιεραποστολικό επίτευγμα σε έναν άνθρωπο που ήταν ήδη «κάπως ηλικιωμένος».
 
Στην Ρώμη συμβαίνει τώρα ένα γεγονός με μεγάλη σημασία για την περαιτέρω ανάπτυξη της εκκλησιαστικής ιστορίας: ο Μαρκίων αφορίζεται (πιθανώς το 144 ΚΕ, τον Ιούλιο;). Από αυτή την στιγμή, η Μαρκιωνική και η Καθολική Εκκλησία ήταν αντίθετες μεταξύ τους, όπως στην δική μας εποχή, για παράδειγμα, ο Προτεσταντισμός και ο Καθολικισμός βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. [...]

Η τεράστια επιτυχία που είχε το μήνυμα του Μαρκίωνα στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και θα συνέχιζε να έχει Όπως έδειξε ο W. Bauer, η πλειονότητα των εκκλησιών στην Ελλάδα, την Μικρά Ασία και την Εγγύς Ανατολή φαίνεται να ήταν Μαρκιωνικές δεν μπορούσε να επαναληφθεί στην Δύση. Όπως δείχνει ο αφορισμός του το 144 ΚΕ, μετά από παρατεταμένους δισταγμούς ο Μαρκίων έλαβε μια σαφή απόκρουση. Σε αυτό συνέβαλε ασφαλώς το γεγονός ότι στην ρωμαϊκή εκκλησία, όπου ο Μαρκίων παρουσίασε την θεολογία του, οι Εβραίοι Χριστιανοί είχαν ιδιαιτέρως μεγάλη επιρροή. Φυσικά, δεν μπορούσαν να δεχτούν την Μαρκιωνική διδασκαλία με κανέναν τρόπο και προφανώς μπορούσαν να την εκλάβουν μόνον ως μια από τις χειρότερες βλασφημίες κατά του Θεού του Ισραήλ.  
 
Μετά τον αφορισμό του στην Ρώμη, ο Μαρκίων σύντομα εξαφανίστηκε από την σκηνή. Σε μια επιστολή που υποτίθεται ότι ήταν ακόμη γνωστή στον Τερτυλλιανό, φαίνεται ότι υπερασπίστηκε τον εαυτό του ενάντια στις κατηγορίες που του είχαν απαγγελθεί. Δυστυχώς, ωστόσο, όπως τόσα πολλά έγγραφα που θα είχαν μεγάλο ενδιαφέρον για εμάς σε αυτήν την περίπτωση, αυτή η επιστολή έχει «χαθεί». Δεν γνωρίζουμε, λοιπόν, πώς αντέδρασε ο ίδιος ο Μαρκίων στις κατηγορίες που είχαν διατυπωθεί εναντίον του. Γνωρίζουμε μόνο ότι η Μαρκιωνική εκκλησία συνέχισε να ανθίζει στο δεύτερο μισό του δεύτερου αιώνα και ότι οι «συναγωγές των Μαρκιωνιτών» και οι εκκλησίες των Μαρκιωνιτών υπήρχαν ακόμη περισσότερο καιρό σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προς απογοήτευση των Καθολικών Χριστιανών, οι οποίοι έπρεπε να περιμένουν τον Καίσαρα Κωνσταντίνο ώστε να αποτελειωθούν επιτέλους οι απεχθείς «αιρετικοί». [...]

Εδώ θα τονίζαμε μόνο ότι προφανώς δεν θα ήταν αρκετό αν ο Μαρκίων είχε επικαλεστεί την δική του κρίση ως βάση για την θεολογία του. Στους κύκλους που απευθυνόταν αυτό δεν θα ήταν αποδεκτό. «Την εποχή εκείνη ήταν απαραίτητη η νομιμοποίηση της αναπτυσσόμενης εκκλησίας και η προσφυγή σε έγγραφα που προέρχονται από τον Χριστό και τους αποστόλους. Ο τάδε Γνωστικός δεν κυκλοφόρησε κάποια έκδοση, αλλά είχε εμπνευστεί από τον Παύλο ή τον Πέτρο, ή ακόμη και λόγια του ίδιου του Κυρίου ξαφνικά βγήκαν από το στόμα του». Όπως και οι αντίπαλοί του, αν ήθελε να πετύχει κάτι, ο Μαρκίων εξαρτιόταν από έγγραφα από το αποστολικό παρελθόν, και, πράγματι, προφανώς σε τέτοιο βαθμό που κάποιος έχει σχεδόν την αίσθηση ότι αν ο Μαρκίων δεν είχε τις επιστολές του Παύλου, θα έπρεπε απλά να τις κατασκευάσει.
 
Θα ήταν σίγουρα χάσιμο χρόνου αν προσπαθούσαμε να αποσπάσουμε μια παραδοχή από τον Μαρκίωνα για το εάν αυτός και/ή οι συνεργάτες του πλαστογράφησαν τις Παυλικές επιστολές, ή τουλάχιστον μερικές από αυτές. Δεν μπορούμε να περιμένουμε κάτι τέτοιο δηλαδή την παραδοχή, όχι την πλαστογραφία! από έναν τόσο οξυδερκή θεολόγο και εκκλησιαστικό όπως ο Μαρκίων. Δύσκολα θα ήταν τόσο αφελής ώστε να αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό του. Ωστόσο, υπάρχει μια υπόδειξη που πρέπει να μας κάνει να ακούσουμε πολύ προσεκτικά: οι Μαρκιωνίτες ισχυρίστηκαν ότι ο κύριός τους είχε βρει μια επιστολή του Παύλου (αυτή προς τους Γαλάτες)! Ας στρέψουμε για λίγο την προσοχή μας στο ακόλουθο εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα από τον Τερτυλλιανό (ΑΜ 4.3): Σε αυτό το απόσπασμα, ο Τερτυλλιανός αμφισβητεί τον ισχυρισμό του Μαρκίωνα ότι το sacramentum (= μυστικό) της χριστιανικής θρησκείας ξεκίνησε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, που για τον Μαρκίωνα ήταν ο Ευαγγελιστής. Ο Τερτυλλιανός επισημαίνει ότι, αντιθέτως, ήδη πριν τον Λουκά υπήρχε μια έγκυρη μαρτυρία (ήτοι, μέχρι τους αποστόλους) μέσω της οποίας ο ίδιος ο Λουκάς έγινε για πρώτη φορά πιστός. Παρά ταύτα, συνεχίζει ο Τερτυλλιανός, ο Μαρκίων έπεσε στην επιστολή του Παύλου προς τους Γαλάτες, στην οποία κακολογεί ακόμα και τους αποστόλους επειδή δεν βαδίζουν σύμφωνα με την αλήθεια του ευαγγελίου κλπ: Sedenim Marcion nactus epistolam Pauli as Galatas... («Αλλά τώρα, αφού ο Μαρκίων ανακάλυψε την επιστολή του Παύλου προς τους Γαλάτες...»). Nancisci σημαίνει «να βρεις κατά λάθος» (π.χ., ένα κατάλληλο λιμάνι: idoneum portum). Ο Τερτυλλιανός φαίνεται ξεκάθαρα να υπαινίσσεται εδώ τον ισχυρισμό των Μαρκιωνιτών, ή του ίδιου του Μαρκίωνα, ότι ο Μαρκίων τυχαία και ευτυχώς «ανακάλυψε» την επιστολή του Παύλου προς τους Γαλάτες. Όπως γνωρίζουμε κατά τα άλλα από την ιστορία των ψευδεπιγράφων και της λογοτεχνικής πλαστογραφίας, η δημοσίευση τέτοιων γραπτών, κατά κανόνα, τείνει να προηγείται από την «ανακάλυψή» τους. Ωστόσο, κάποια αβεβαιότητα παραμένει, καθώς από την έννοια του nancisci δεν είναι απολύτως σαφές εάν ανακαλύφθηκε κάτι που ήταν ήδη διαθέσιμο, το οποίο ο Μαρκίων δεν γνώριζε μέχρι τότε.
 
The Fabricated Paul, σελ. 106-119

Περί της Περεγρίνου τελευτής

 



Το Περί της Περεγρίνου τελευτής είναι ένα έργο του Λουκιανού για κάποιον Κυνικό φιλόσοφο ονόματι Περεγρίνο ο οποίος σύμφωνα με τον Λουκιανό ονόμαζε τον εαυτό του Πρωτέα (υπενθυμίζεται ότι ο Απολλώνιος κατά την παράδοση ήταν η ενσάρκωση του Πρωτέα). Περιπλανήθηκε σε διάφορες χώρες και τελικά αυτοκτόνησε πέφτοντας σε μια πυρά που είχε ανάψει ο ίδιος. Ο Λουκιανός δίνει κάποιες περίεργες πληροφορίες γι’ αυτόν οι οποίες έχουν ως εξής:

«Τότε δε εμυήθη και εις την θαυμαστήν σοφίαν των Χριστιανών, των οποίων τους ιερείς και διδασκάλους εγνώρισε εις την Παλαιστίνην [...] Εντός ολίγου μάλιστα τους υπερέβη γενόμενος προφήτης και αρχηγός και πρόεδρος των συναθροίσεων αυτών και συγκεντρώσας πάσαν εξουσίαν και κύρος εις τας χείρας του. Όχι μόνον εξήγει και διεσαφήνιζε τα ιερά των βιβλία, αλλά και πολλά συνέγραφε και οι Χριστιανοί τον εθεώρουν ως θεόν και ως νομοθέτην τον μετεχειρίζοντο και προεστώτα τον ανεγνώριζον.»

Εάν δεχτούμε τα ανωτέρω, είναι απορίας άξιον ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός ο «Κυνικός» (τον οποίο η χριστιανική παράδοση αγνοεί), ο οποίος κατόρθωσε να αποκτήσει τέτοιο κύρος. Είναι δυνατόν αυτός ο Περεγρίνος να ήταν απλώς μια λογοτεχνική επινόηση του Λουκιανού βασισμένη στον Απολλώνιο;

Σημείωση: Το Περεγρίνος δεν είναι πραγματικό όνομα. Στα λατινικά σημαίνει προσκυνητής από το ρήμα peregrinor το οποίο σημαίνει ταξιδεύω, περιπλανιέμαι.

Ο Ναζαρηνός

 



Αυτή η ενδιαφέρουσα ελαιογραφία του 1874 είναι έργο του N. B. Starr και απεικονίζει τον Απολλώνιο. Υποτίθεται ότι ο καλλιτέχνης ήταν μέντιουμ και την ζωγράφισε κατεχόμενος από ένα πνεύμα ονόματι Ραφαήλ. Λέγεται ότι στην γωνία του πίνακα υπήρχε η επιγραφή:

«The Nazarene, painted by Raphael through N. B. Starr.»

Αν αυτό είναι αλήθεια, αυτή είναι μάλλον η πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία που ο Απολλώνιος ταυτοποιείται ως ο Ιησούς της Καινής Διαθήκης. Η ελαιογραφία πάντως είναι αξιόλογη και θυμίζει σαφώς τις αγιογραφίες του Ιησού.

Θεός στην Γη

 




Από τη μελέτη της ζωής του Απολλώνιου, και συγκρινόμενη με τη ζωή του Χριστού των ευαγγελίων (Ιστορικός Χριστός δεν έχει αποδειχτεί ακόμη ότι υπήρξε), προκύπτει ότι οι δύο αυτοί επιφανείς άνδρες ήταν συνομήλικοι και είχαν διαφορετικό πεδίο δράσης και διαφορετική φιλοσοφία περί ζωής, θανάτου και θεού.

Σήμερα οι εικόνες του Απολλώνιου στολίζουν όλα τα δημόσια κτίρια της Ελλάδας και τον τιμούν οι Έλληνες, αλλά σαν Χριστό, αφού δεν γνωρίζουν ότι η μορφή του Χριστού είναι στην πραγματικότητα αυτή του Απολλώνιου, κάτω από τη μορφή του οποίου τα ιερατικά μυαλά έβαλαν το όνομα Χριστός για ευνόητους λόγους. Κατόρθωσαν πράγματι να έχουν εξοβελίσει την ιστορία των Ελλήνων οι οποίοι σήμερα κυριολεκτικά δεν γνωρίζουν τι θεό λατρεύουν. Αντίθετα στη Γαλλία υπάρχει ένα μετάλλιο που φέρει τη μορφή του Απολλώνιου και φυλάσσεται στην αίθουσα του υπουργικού συμβουλίου της.

Οι συκοφαντικοί χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιήθηκαν από την εκκλησία κατά του Απολλώνιου θα εξεταστούν ξεχωριστά στη συνέχεια και σε συσχετισμό με τον Χριστό για να ιδούμε τι είχαμε και τι μας έδωσαν οι άγιοι του χριστιανισμού.

Μάγος

Γιατί ήταν μάγος ο Απολλώνιος; Η εκκλησία δεν έχει και δεν προσκομίζει καμία ιστορική απόδειξη, και δεν υπάρχει σε αρχαίο κείμενο κάποιος υπαινιγμός ή αναφορά που να το βεβαιώνει. Μήπως επειδή ο Απολλώνιος παρέμεινε στους Μάγους της Βαβυλώνας ένα χρόνο και οχτώ μήνες; Και τι ήταν αυτοί οι μάγοι;

Όταν λέμε «Μάγοι» πιθανόν πολλοί να τους ταυτίζουν με φακίρηδες ή με ταχυδακτυλουργούς που έχουν δει σε κάποιες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις. Οι μάγοι όμως ήταν μεγάλοι αστρονόμοι, σοφοί, φιλόσοφοι, μύστες και είχαν τη δυνατότητα να κάνουν θαύματα. Ο Λουκιανός γράφει, «οι μάγοι είναι πάνω απ’ όλους τους ανθρώπους». Ο χριστιανός πατέρας Ωριγένης λέει, «οι μάγοι είναι θεϊκοί άνθρωποι, ενθεότατοι». Οι Πέρσες ονόμαζαν μάγους τους θεούς και οι Έλληνες τους έλεγαν δαιμόνια [Θεούς].

Ο Απολλώνιος αρνείται ότι είναι μάγος. Αλλά στη δεκάτη έκτη επιστολή του μαθαίνουμε τη γνώμη του για τους μάγους: «Μάγος είναι ο θεραπευτής των θεών και στη φύση θείος άνθρωπος».

Οι ίδιοι οι χριστιανοί εκθειάζουν τους μάγους, τους επαινούν και επικαλούνται τη σοφία τους, την εγκυρότητα των προβλέψεών τους και τους χρησιμοποιούν σαν ακλόνητα πειστήρια, διαπιστευτήρια θα έλεγα, προκειμένου να αποδείξουν τη θεότητα του Χριστού (προσκύνημα των Μάγων). Οι κατηγορίες της εκκλησίας εκτοξεύτηκαν δύο αιώνες μετά τον θάνατο του Απολλώνιου, όταν δεν μπορούσε πια ο ίδιος να τις αντικρούσει αφού δεν ζούσε.

Γόης

«Γόης είναι αυτός που εκστομίζει μαγείες με γοερές κραυγές, ο ψεύτης, ο απατεώνας, ο αγύρτης» [Λεξικό Ι. Σταματάκου].

Ουδεμία ιστορική αναφορά υπάρχει που να επιβεβαιώνει τη συκοφαντία της εκκλησίας, η οποία δεν διαθέτει στοιχεία για απάτες ή ψέματα του Απολλώνιου. Η συκοφαντία αυτή αποτελεί μια θρησκευτική επινόηση διότι ο Απολλώνιος ήταν πασίγνωστος για το ήρεμο και μειλίχιο ύφος.

Κοινός θαυματοποιός του Σατανά, Όργανο του Σατανά, και Αρχηγός των πονηρών Πνευμάτων

Ο Απολλώνιος κατηγορείται από την εκκλησία ότι έκανε τα θαύματά του, με τη βοήθεια του σατανά.

Τον σατανά πού τον είδαν και έβγαλαν αυτό το συμπέρασμα; Δεν φαίνεται πουθενά κάτι τέτοιο στη βιογραφία του Φιλόστρατου. Ο σατανάς ζει και βασιλεύει μέσα στα ευαγγέλια, πιάνει κουβεντούλα με τον Χριστό και κάνουν παρέα οι δυο τους σαράντα μέρες στην έρημο. [...]

Το εβραϊκό ιερατείο όπως φαίνεται στα ευαγγέλια κατηγορούσε, εν ζωή τον Χριστό δημοσίως, ότι έκανε τα θαύματα με τη βοήθεια του σατανά, και τον αποκαλούσε δαιμονισμένο γιατί συνομιλούσε με τα δαιμόνια. [...]

Οι Φαρισαίοι έλεγαν για τον Χριστό, «Στο όνομα του άρχοντα των δαιμονίων τον Βεελζεβούλ βγάζει τα δαιμόνια» (Ματθ. Θ-34, ΙΒ-24). Και συνεχίζουν τα θεόπνευστα κείμενα. Τα πνεύματα τα ακάθαρτα όταν τον έβλεπαν, «Τον προσκυνούσαν και του φώναζαν, γιος θεού είσαι». Και ο Χριστός τους έλεγε να μην τον φανερώσουν (Μάρκ. Γ-11,12).

Εδώ ποιος λογικός άνθρωπος μπορεί να μην γελάσει; Ποιος έβλεπε τους διαβόλους να προσκυνούν τον Χριστό και ποιος τους άκουγε να μιλάνε μαζί του;

Οι σατανάδες χρησιμοποιούνται από το ιερατείο σαν αξιόπιστοι μάρτυρες (!) για να βεβαιώσουν τη θεότητα του Χριστού.

- «Το πνεύμα το πονηρό φώναζε, ξέρω πως ήρθες να μας καταστρέψεις Ιησού Ναζαρηνέ, ξέρω πως είσαι ο άγιος του θεού, και ο Χριστός τον επέπληξε και του είπε, βουβάσου (σκάσε) και έβγα από αυτόν» (Λουκ. Δ-34, 35, Λουκ. Δ-40, 4). Φιλική κουβεντούλα ή ιστορίες παραγεμισμένες με ασύστολη υπερβολή;

- «Με τον άρχοντα των δαιμονίων τον Βεελζεβούλ βγάζει τα δαιμόνια» (Λουκ. ΙΑ-15).

- «Αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι, καλά λέμε ότι είσαι Σαμαρείτης και έχεις δαιμόνιο» [Τους Σαμαρείτες τους είχαν για μάγους και αγύρτες (Ιωάν. Η-52)].

- «Είπαν σε αυτόν οι Ιουδαίοι, τώρα είμαστε βέβαιοι ότι έχεις δαιμόνιο» (Ιωάν. Η-52).

- Ο Χριστός ρώτησε: «Γιατί θέλετε να με σκοτώσετε;» και αποκρίθηκε ο λαός: «Δαιμόνιο έχεις, ποιος ζητά να σε σκοτώσει;» (Ιωάν. Ζ-20, 21).

- «Έλεγον δε πολλοί εξ αυτών. Δαιμόνιο έχει και μαίνεται, τι αυτού ακούετε» (Ιωάν. Ι-20) [Μαίνομαι = είμαι μανιακός, είμαι έξω φρενών, είμαι παράφρων από οινοποσία, είμαι τρελός από μεθύσι, Λεξικό αρχαίας Ελληνικής γλώσσας Ι. Σταματάκου].

Ο Χριστός, όπως λένε τα ευαγγέλια, σαράντα μέρες στην έρημο της Ιουδαίας και στο βουνό Καραντένα, έκανε παρέα με τον διάβολο, ο οποίος τον έβαζε σε πειρασμό. Συζητούσαν σαν καλοί φίλοι και πείραζε ο ένας τον άλλο. Οι δύο δε ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς, περιγράφουν τις συνομιλίες του Χριστού με τον διάβολο σαν να ήταν παρόντες και τις άκουγαν (Ματθ. Δ-1 έως 11, Λουκ. Δ-1 έως 13). Ο Χριστός πάντως δεν τις διηγήθηκε σε κανέναν.

Στα ευαγγέλια οι γραμματείς και οι φαρισαίοι κατηγορούν τον Χριστό ότι είναι δαιμονισμένος και κάνει τα θαύματα με τη βοήθεια του σατανά ενώ αυτός προσπαθεί να τους πείσει, ότι είναι κακοί και τον κατηγορούν άδικα.

Το Πάσχα του 399 μ.Χ. ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, επιτέθηκε στον εκκλησιαστικό πατέρα Ωριγένη γιατί «Εξίσωνε τον σατανά με τον υιόν του θεού. Χλεύαζε τον Χριστό και απέδιδε στον σατανά μεγάλες τιμές». Πώς συμπέρανε ο μεγάλος αυτός απολογητής, ότι ο Χριστός είναι ίσος με τον διάβολο; Δεν ξέρω. Ποιος λοιπόν έκανε τα θαύματα με τη βοήθεια του σατανά;

Απολλώνιος Τυανεύς: Θεός στη Γη, σελ. 207-213

Μάρκος Αυρήλιος και Απολλώνιος

 



Από τον Απολλώνιο έμαθα την ανεξαρτησία του πνεύματος και την απόλυτη επιφύλαξη έναντι της τύχης. Και να μην στρέφω πουθενά αλλού την προσοχή μου, ούτε για λίγο, εκτός από τον λόγο, να είμαι πάντοτε σταθερός και στους δυνατούς περιοδικούς πόνους και στον θάνατο του τέκνου και στις μακροχρόνιες ασθένειες, και να αντιλαμβάνομαι πολύ καλά, σαν να βλέπω, ότι μπορεί ο ίδιος άνθρωπος να είναι άλλοτε πολύ δραστήριος και άλλοτε νωθρός. Και να μην αγανακτώ όταν πρόκειται να εξηγήσω κάτι· και να μπορώ να αντιμετωπίζω άνθρωπο που θεωρεί πολύ μικρότερη από τα δικά του προτερήματα την εμπειρία και την ευφυΐα την σχετική με την διατύπωση θεωριών· και να ξέρω πώς πρέπει να αξιολογώ την φαινομενική ευγένεια των φίλων μου χωρίς να υποχρεώνομαι υπερβολικά γι’ αυτήν, αλλά ούτε και να την προσπερνώ με αναισθησία.

Τα Εις Εαυτόν, Βιβλίο Α, Παράγραφος η΄