Translate

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χαμένα Είκοσι Χρόνια




 
Προσωπικά, πιστεύω ότι οι προηγούμενες χρονολογικές αναλύσεις από τον Ευρωπαίο συνάδελφο του Καθηγητή Γουίλιαμ Σμιθ και τον Σερ Φλίντερς Πέτρι είναι λανθασμένες. Σε καμμία εκδοχή, είτε στην δική τους, είτε στην εκδοχή αυτού του βιβλίου, δεν περιλαμβάνεται η περίοδος 26-31 ΚΕ του «Ιησού Χριστού». Και στις δύο εκδοχές τους, ο Απολλώνιος ζούσε στην Ιωνία/Ελλάδα κατά τα 20 και τα πρώιμα 30 του. Η διαφορά μεταξύ των χρονολογικών τους προσεγγίσεων και της δικής μου είναι στην τοποθέτηση του ταξιδιού Απολλωνίου και Δάμιδος στην «Ινδία».

Ενώ ετοίμαζα αυτό το βιβλίο, έλαβα ένα e-mail από έναν συνεργάτη στην Ελλάδα, τον Αλέξη Μπάση, ο οποίος αυτή την στιγμή γράφει ένα βιβλίο για τον Απολλώνιο στα ελληνικά. (Παρεμπιπτόντως, ο Νίκολας Βέργκερ στην Μπορντώ γράφει ένα τρίτο βιβλίο στα γαλλικά.) Στην έρευνά του, ο Αλέξης βρήκε αναφορές ότι ο Απολλώνιος και ο Δάμις μαθήτευσαν στην Ινδία, υπό τον μεγάλο δάσκαλο Γκαουνταπάντα. Αυτό επιβεβαιώνει τον Φιλόστρατο, συνεπώς είναι αναντίρρητο ότι ο Απολλώνιος και ο Δάμις πήγαν στην Ινδία. Το μόνο ερώτημα αφορά την χρονολογία του ταξιδιού. Στην κατωτέρω παράθεση από το βιβλίο του Λίντνερ, η χρονολογική σύγχυση θα κάλυπτε αρκετούς αιώνες, όχι μόνον δεκαετίες, οπότε αυτή είναι μια μελέτη αυτού του μακροπρόθεσμου προβλήματος.

Τhe Agamasastra of Gaoudapada, του Κρίστιαν Λίντνερ

Παράθεση εκ του Προλόγου

«Όσον αφορά την χρονολογία του ΓΚ προέκυψε μεγάλη σύγχυση από κάποια περίεργα στοιχεία που βρίσκουμε στο Τζαγκαντγκουρουατναμαλαστάβα του Σαντασιβαμπραχμέντρα. Λέει (στίχος 10) ότι κάποιοι ξένοι φιλόσοφοι, ο Απαλούνυα, ο Νταμίσα και άλλοι, ήταν ανάμεσα στους μαθητές του Γκαουνταπάντα. Αναμφίβολα αυτό αναφέρεται στον Απολλώνιο Τυανέα, τον Νεοπυθαγόρειο σοφό, γεννηθέντα περίπου στην αρχή της χριστιανικής περιόδου, και τον Δάμι από την Νινευή, αμφότεροι πολύ γνωστοί από τον Βίο Απολλωνίου του Φιλοστράτου. Αλλά υπάρχει μόνον μια έντυπη έκδοση του σανσκριτικού κειμένου του Τζαγκαντ/μαλαστάβα (χωρίς ημερομηνία ή τόπο), όχι χειρόγραφα, και όπως με πληροφορεί ο αγαπητός φίλος Δρ. Κουντζούνι Κ. Ράτζα, ακόμη και οι πιο εύπιστοι υποστηρικτές του Σανκαρακάρυα δεν το θεωρούν κάτι άλλο από μια σύγχρονη πλαστογραφία. Συνεπώς μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι αυτή η παράδοση, η οποία αν αληθεύει, διαταράσσει τελείως την χρονολόγησή μας, είναι απλώς απόκρυφη και άνευ αξίας ως ιστορικό στοιχείο.»

Νομίζω ότι ο Λίντνερ, αν και δεν αρνείται ότι ο «Απαλούνυα» και ο «Νταμίσα» επισκέφτηκαν την Ινδία, θεώρησε ότι ο συγγραφέας αυτής της «πλαστογραφίας» τοποθέτησε τον Απολλώνιο και τον Δάμι στην Ινδία, απόκρυφα, την εποχή του Γκαουνταπάντα.

Τώρα μια υπενθύμιση απ’ το υλικό του Καθηγητή Σμιθ:

«Τον κάλεσαν στα Τύανα, στο εικοστό έτος της ηλικίας του, μετά τον θάνατο του πατέρα του· αφού μοίρασε την κληρονομιά με τον αδερφό του, τον οποίο λέγεται ότι επανέφερε από άσωτη ζωή, κι έδωσε το μεγαλύτερο μέρος απ’ ό,τι απέμεινε στους φτωχούς του συγγενείς, επέστρεψε στην εκπαίδευση του Πυθαγόρου και για πέντε χρόνια διατήρησε την μυστική σιωπή, κατά την διάρκεια της οποίας οι μυστικές αλήθειες της φιλοσοφίας φανερώθηκαν.

Με την πάροδο των πέντε ετών, ταξίδεψε στην Μικρά Ασία, πηγαίνοντας απόπόλη σε πόλη, αντιδικώντας παντού, όπως ο Πυθαγόρας, επί των θείων τελετών. Υπάρχει ένα κενό είκοσι περίπου ετών στην βιογραφία του, σ’ αυτήν την περίοδο της ζωής του, στην διάρκεια των οποίων πρέπει να υποθέσουμε ότι συνέχισε με τον ίδιο τρόπο, εκτός και αν έχουμε λόγο να υποψιαστούμε ότι η αποδεκτή ημερομηνία γεννήσεώς του προηγήθηκε κατά είκοσι χρόνια.

Ήταν μεταξύ 40 και 50 ετών όταν ξεκίνησε τα ταξίδια προς την ανατολή· και εδώ ο Φιλόστρατος στέλνει τον ήρωα του σ’ ένα ταξίδι ανακάλυψης, στο οποίο πρέπει να τον ακολουθήσουμε ευχαρίστως και γρήγορα. Από τις Αιγές πήγε στην Νινευή, όπου και συνάντησε τον Δάμι, τον μετέπειτα χρονογράφο των πράξεών του, και προχωρώντας προς την Ινδία, συνομίλησε στην Βαβυλώνα με τον Πάρθο βασιλιά Βαρδάνη, και συμβουλεύτηκε τους Μάγους και τους Βραχμάνες οι οποίοι υποτίθεται του μεταβίβασαν κάποια θεουργικά μυστικά. Ακολούθως επισκέφτηκε την πόλη Τάξιλα, την πρωτεύουσα του Ινδού πρίγκιπα Φραώτη, όπου συνάντησε τον Ιάρχα, αρχηγό των Βραχμάνων, και συζήτησε με τους ήδη μεμυημένους στην Αλεξανδρινή φιλοσοφία Ινδούς Γυμνοσοφιστές.»

Σύμφωνα μ’ αυτήν την χρονολόγηση, θα υπήρχε ένα κενό περίπου 18 ετών μεταξύ της λήξης της πενταετούς σιωπής και της αναχώρησης προς Αντιόχεια, Βαβυλώνα και «Ινδία» (η οποία, ίσως πρέπει να σημειωθεί εδώ, κάλυπτε όλη την σημερινή Ινδία, Πακιστάν, Κασμίρ, Σρι Λάνκα, νοτιοανατολική Ασία, Μπαγκλαντές, Μπουτάν, Νεπάλ και Θιβέτ). Η «διαίσθησή» μου λέει ότι ο Απολλώνιος και ο Δάμις σίγουρα επισκέφτηκαν το Κασμίρ, και αυτός πρέπει να είναι ο τόπος όπου συνάντησαν τον σοφό Ιάρχα. Ωστόσο, ο Τ. Ρ. Σ. Μιντ στο Apollonius of Tyana, στην σελίδα 30, υποθέτει ότι το μοναστήρι των Βραχμάνων σοφών βρισκόταν στο σημερινό Νεπάλ. Είναι δύσκολο να ακολουθήσουμε ακριβώς τα βήματα Απολλωνίου και Δάμι διότι η γεωγραφία του Φιλοστράτου είναι «απόκρυφη» με σημερινούς όρους.

Στην βιογραφία του Φιλοστράτου (βλέπε Κεφάλαιο 7), διαβάζουμε ότι τα πέντε χρόνια σιωπής ξεκίνησαν το 18 και τελείωσαν το 23 ΚΕ όταν ο Απολλώνιος ήταν 21-26 ετών. Αυτό που είναι αμέσως αντιληπτό από τον Φιλόστρατο είναι ότι το ταξίδι στην Αντιόχεια έγινε ακριβώς μετά τα πέντε χρόνια σιωπής. Όταν ο Απολλώνιος έφτασε στην Αντιόχεια, αποφάσισε να πάει στην Βαβυλώνα και την «Ινδία». Παρέμεινε στην Αντιόχεια μόνον μερικούς μήνες, όχι είκοσι χρόνια, και έφτασε στην Νινευή το φθινόπωρο του 23 ΚΕ, οπότε και συνάντησε τον Δάμι και ταξίδεψε ακόμη πιο ανατολικά στην «Ινδία».

Δεν υπάρχει καμμία απολύτως ένδειξη στο έργο του Φιλοστράτου ότι υπήρξε ένα κενό 18 ετών, ή «χαμένων 20 ετών» μεταξύ της λήξης της πενταετούς σιωπής και του ταξιδιού στην Ανατολή. Όπως φαίνεται στις Συγχρονισμένες Χρονολογίες στο Κεφάλαιο 23, ο Απολλώνιος και ο Δάμις επέστρεψαν από την «Ινδία» στην Βαβυλώνα την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 26, το ίδιο ακριβώς έτος που ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ξεκίνησε την διακονία του στην κοιλάδα του Ιορδάνη.

Εάν κάποιος εξίσωνε τα θαύματα του «Ιησού Χριστού» με τις μυστικιστικές ικανότητες του Απολλωνίου από τα Τύανα, όπως έκανε ο Ιεροκλής και άλλοι (βλέπε και Κεφάλαιο 20), τότε θα ήταν σίγουρα πιο λογικό να τοποθετήσει την «περίοδο του Ιησού» μετά το ταξίδι στην Ινδία, αντί για μια δεκαετία πριν!

Επομένως, εδώ είναι η άποψη ότι ο Απολλώνιος και ο Δάμις επέστρεψαν στην Βαβυλώνα στα μέσα του 26, όπου έμαθαν για τα επαναστατικά κηρύγματα του κοινωνικοπολιτικού δημαγωγού Ιωάννη του Βαπτιστή, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τον διορισμό του Ποντίου Πιλάτου ως Επιτρόπου της Ιουδαίας. Επίσης, ο Ιουδαίος «επαναστάτης μεσσίας» Ιησούς Βαραββάς ήταν στο απόγειό του. Βλέπε Κεφάλαιο 12 και αλλού.

Ο λόγος που ο Καθ. Σμιθ και αργότερα ο Σερ Φλίντερς Πέτρι τοποθέτησαν το ταξίδι του Απολλωνίου στην Ινδία στα 43 του, είναι η αναφορά του Βαρδάνη (ή «Ουαρδάνη») ως Βασιλιά της Βαβυλώνας. Ο Βαρδάνης ανέλαβε τον θρόνο το 39 ΚΕ όταν ο Απολλώνιος ήταν 42 ετών. Ωστόσο, όταν ο Απολλώνιος ήταν 26 ετών, στο τέλος της πενταετούς σιωπής, ο πατέρας του Βαρδάνη Αρτάβανος ήταν Βασιλιάς της Βαβυλώνας. Επειδή ο Φιλόστρατος ανέφερε ονομαστικά αυτόν τον βασιλιά μόνον δύο φορές στο έργο του, είναι πιθανόν ότι γράφοντας Βαρδάνης (ή «Ουαρδάνης») εννοούσε τον πατέρα Αρτάβανο. Ιδού τι γράφει ο Φιλόστρατος, πρώτα στο Βιβλίο B΄, Κεφάλαιο XVII, και μετά στο Βιβλίο Γ΄, Κεφάλαιο LVIII. Παράθεση:

1) «Έδειχνε [ο Βαβυλώνιος οδηγός στο πέρασμα του Ινδού ποταμού] μια επιστολή [στους Απολλώνιο και Δάμι], ως εάν επρόκειτο ν’ αναλάβει το έργο του οδηγού η επιστολή αυτή. Το περιστατικό αυτό λένε ότι τους έδωσε την αφορμή να θαυμάσουν για μια ακόμη φορά τα φιλικά αισθήματα και την προνοητικότητα του Ουαρδάνη· διότι εκείνος με την επιστολή αυτή απευθυνόταν προς τον σατράπη, τον διορισμένο στον Ινδό ποταμό, μολονότι αυτός δεν υπαγόταν στην δικαιοδοσία του, θυμίζοντάς του κάποιαν ευεργεσία και λέγοντας ότι δεν θα απαιτήσει ανταπόδοση – γιατί δεν είναι του χαρακτήρα του κάτι τέτοιο – αλλά ότι θα του χρωστάει ευγνωμοσύνη, εάν υποδεχθεί τον Απολλώνιο και τον στείλει όπου επιθυμεί. Έδωσε και χρυσά νομίσματα στον οδηγό, ώστε, αν αντιλαμβανόταν ότι τα έχει ανάγκη ο Απολλώνιος, να τα προσφέρει και να μην προσβλέψει στο χέρι άλλου για βοήθεια. Όταν ο Ινδός έλαβε την επιστολή, είπε ότι είναι μεγάλη τιμή γι’ αυτόν και ότι θα προσπαθήσει ειλικρινά για την εξυπηρέτηση του άνδρα, όπως αν η επιστολή ήταν του βασιλιά των Ινδών. Παραχώρησε λοιπόν το σατραπικό πλοίο για τον ίδιο, αλλά και άλλα πλοία με τα οποία μεταφέρονταν οι καμήλες, καθώς και οδηγό για όλη την χώρα, την οποία ορίζει ο ποταμός Υδρεώτης. Συγχρόνως, έγραψε προς τον δικό του βασιλιά ότι συμπεριφέρθηκε εξ ίσου καλά με τον Ουαρδάνη προς άνδρα Έλληνα και θείο.»

[ΣΧΟΛΙΟ: Η ελληνική ορθογραφία γι’ αυτά τα ονόματα είναι «Ουαρδάνης» και «Ουαρδάνος». Και προσέξτε ότι δεν αναφέρεται ο τίτλος του Βαρδάνη για να ξέρουμε αν είναι βασιλιάς ή πρίγκιπας.]

2) «Αφού κατέπλευσαν στις εκβολές του Ευφράτη, λένε ότι δια μέσου αυτού έπλευσαν προς τα επάνω, στην Βαβυλώνα, κοντά στον Ουαρδάνη, και τον βρήκαν όπως τον ήξεραν.»

[ΣΧΟΛΙΟ: Η ελληνική ορθογραφία εδώ είναι «Ουαρδάνης». Ωστόσο στο βιβλίο Α΄, κεφάλαιο ΧΧΧΙ, διαβάζουμε τα ακόλουθα.]

«Όταν τον είδε ο βασιλιάς να προσέρχεται από μακριά, διότι η αυλή του ναού είχε αρκετό μήκος, μίλησε προς αυτούς που στέκονταν κοντά του, ακριβώς όπως εάν γνώριζε καλώς τον άνδρα, και όταν εκείνος πλησίασε, ύψωσε την φωνή του και είπε: “Αυτός είναι ο Απολλώνιος, τον οποίο ο αδελφός μου ο Μεγαβάτης λέγει ότι τον είδε στην Αντιόχεια να τον θαυμάζουν και να τον προσκυνούν οι εκεί σημαντικές προσωπικότητες και μου τον περιέγραψε έτσι ακριβώς, όπως μας έχει έλθει”.»

Τέλος παράθεσης. Στο Λεξ. Βιογ. Σμιθ, Τόμος Ι, σελ. 358, ο αδερφός του Βαρδάνη λέγεται «Γοτάρζης», όχι Μεγαβάτης. Ο μόνος Μεγαβάτης που αναφέρεται στο λεξικό έζησε 500 χρόνια νωρίτερα στην Περσία.

Ο Αρτάβανος Γ΄ (βασίλευσε μεταξύ 16-39) ήταν ο διάδοχος του Βονόνη Α΄, γιού του Φραώτη Δ΄. Τον Αρτάβανο διαδέχτηκε πρώτα ο γιός του Γοτάρζης, αλλά σχεδόν αμέσως ανέλαβε ο Βαρδάνης ο οποίος κυβέρνησε μέχρι το 47. Κατόπιν ο Γοτάρζης ανέλαβε και πάλι. Παράθεση από σελ. 358:

«Ο θάνατός του [του Βαρδάνη] προκάλεσε νέες διαμάχες για το στέμμα, το οποίο τελικά κέρδισε ο Γοτάρζης· αλλά επειδή κυβερνούσε και αυτός με σκληρότητα, οι Πάρθοι απευθύνθηκαν κρυφά στον Αυτοκράτορα Κλαύδιο, για να τον παρακαλέσουν να στείλει απ’ την Ρώμη τον Μεχερδάτη, εγγονό του Φραώτη Δ΄. Ο Κλαύδιος ικανοποίησε το αίτημά τους, και διέταξε τον κυβερνήτη της Συρίας να βοηθήσει τον Μεχερδάτη. Λόγω της προδοσίας του βασιλιά της Έδεσσας Αβγάρου οι ελπίδες του Μεχερδάτη χάθηκαν· ηττήθηκε στην μάχη, και αιχμαλωτίστηκε απ’ τον Γοτάρζη, ο οποίος πέθανε λίγο αργότερα περί το 50 μ.Χ.»

Άραγε ο Μεγαβάτης είναι ο Μεχερδάτης; Ο Μεχερδάτης ήταν γιός ή ανιψιός του Αρταβάνου. Όπως βλέπουμε, τα ιστορικά στοιχεία αντιφάσκουν με την αφήγηση του Φιλοστράτου ως προς το σωστό όνομα του αδερφού του βασιλιά, συνεπώς δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι το όνομα του βασιλιά ίσως είναι επίσης λάθος. Επίσης, είναι σημαντική η αναφώνηση του βασιλιά ότι ο αδερφός του συνάντησε τον Απολλώνιο στην Αντιόχεια, σαν να επρόκειτο για πρόσφατο γεγονός, όχι για κάτι που έγινε 18-20 χρόνια πριν!

Παραλείποντας τα φωνήεντα, όπως πρέπει να γίνεται κανονικά όταν αναλύουμε λέξεις γλωσσολογικά, αυτές οι τρεις σειρές συμφώνων είναι πολύ όμοιες:

B R D N S  BaRDaNeS

V R D N S  VaRDaNeS

R T B N S  aRTaBaNuS

Και θυμηθήτε ότι τα V και Β συχνά συγχέονται γλωσσολογικά (όπως στην Habana ή Havana de Cuba), και τα Τ και D είναι αντίστοιχα σύμφωνα.

Την αρχαία εποχή, ένας βασιλιάς όπως ο Αρτάβανος συχνά όριζε τον γιό και κληρονόμο του ως διοικητή μιας κατακτημένης χώρας. Μπορούμε να κάνουμε μια σύγχρονη σύγκριση με τον τωρινό κληρονόμο του βρετανικού θρόνου, Πρίγκιπα Κάρολο, να ορίζεται «Πρίγκιπας της Ουαλίας», το οποίο ουσιαστικώς σημαίνει ότι είναι ο «βασιλιάς» της Ουαλίας. Έτσι οποιαδήποτε σύγχυση σχετικώς με τον Απολλώνιο, τον Βαρδάνη και τον Αρτάβανο εξηγείται εύκολα, όποια κι αν είναι η αλήθεια. Μ’ άλλα λόγια δεν υπάρχει κάτι εγγενώς «παράλογο» στην υπόθεσή μου ότι ο Απολλώνιος συνάντησε τον «Βασιλιά Βαρδάνη» στην Βαβυλώνα.

Μπορούμε λοιπόν να κάνουμε μια γλωσσολογική υπόθεση ότι ο Φιλόστρατος ονόμασε λανθασμένα τον Βασιλιά της Βαβυλώνας τον οποίο είχε επισκεφτεί δύο φορές ο Απολλώνιος ως «Βαρδάνη», γιό και πρίγκιπα του πραγματικού βασιλιά «Αρταβάνου». Επειδή και ο Απολλώνιος τότε ήταν νεαρός, δεν είναι παράλογο να συνάγουμε ότι θα είχε περισσότερα κοινά με τον πρίγκιπα Βαρδάνη, απ’ ότι με τον γηράσκοντα πατέρα του Αρτάβανο.

*  *  *

Με βάση τα παραπάνω ο Σολάριον τοποθετεί την επίσκεψη του Απολλωνίου στην Βαβυλώνα στο έτος 24 μ.Χ. και πράγματι όπως επισημαίνει, από την ανάγνωση του Φιλοστράτου δεν φαίνεται κάποιο κενό 20 ετών. Η θέση του όμως δεν επιβεβαιώνεται από τα υπόλοιπα δεδομένα. Στο βιβλίο Α, κεφάλαιο ΧΧΙ ο Απολλώνιος λέει:

«Είμαι ο Απολλώνιος από τα Τύανα και προορισμός μου είναι ο βασιλιάς των Ινδών [...] Θα ήθελα όμως και τον δικό σου βασιλιά να γνωρίσω, διότι όσοι τον γνώρισαν λένε ότι είναι αξιόλογος άνθρωπος, εάν αυτός είναι πραγματικά ο Ουαρδάνης, ο οποίος ξαναπήρε πίσω το βασίλειο του, που κάποτε είχε χάσει.»

Πράγματι ο Βαρδάνης όταν διαδέχτηκε τον πατέρα του Αρτάβανο, έχασε προς στιγμήν τον θρόνο από τον Γοτάρζη και σύντομα τον ανέκτησε. Αργότερα δολοφονήθηκε οπότε ο Γοτάρζης ανέλαβε και πάλι.

Επίσης στο βιβλίο Θ, κεφάλαιο VII, στην απολογία του προς τον Δομιτιανό, ο Απολλώνιος γράφει:

«Θυμήσου βασιλιά την δική σου βασιλεία και τις βασιλείες των προκατόχων σου, εννοώ τον πατέρα και τον αδελφό σου, αλλά και τον Νέρωνα, κάτω από την εξουσία του οποίου αυτοί διατηρούσαν αξιώματα, διότι κάτω από την διακυβέρνηση αυτών των αρχόντων πέρασα μια ζωή φανερή ενώπιον όλων, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο μου τον πέρασα στην Ινδία. Αυτά λοιπόν τα τριάντα οκτώ χρόνια, γιατί τόσο είναι το διάστημα από τότε μέχρι σήμερα, δεν πάτησα το πόδι μου στις βασιλικές αυλές...»


Ο Δομιτιανός κυβέρνησε μεταξύ 81-96. Αφαιρώντας 38 χρόνια παίρνουμε την περίοδο 40-46 της βασιλείας του Βαρδάνη και επομένως έχουμε μια δεύτερη επιβεβαίωση ότι ο Απολλώνιος πήγε στην Ινδία εκείνη την περίοδο. Συνεπώς φαίνεται να υπάρχει όντως ένα κενό 20 ετών στον βίο του Απολλωνίου. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό διότι αυτό το κενό καλύπτει την επίμαχη περίοδο του Ιησού Χριστού! Γιατί όμως υπάρχει αυτό το κενό;

Η πιο πιθανή εξήγηση είναι το γεγονός ότι ο Φιλόστρατος χρησιμοποίησε διάφορες πηγές για την σύνθεση του Βίου, πηγές οι οποίες κάλυπταν διαφορετικές περιόδους. Έτσι ο Μάξιμος ο Αιγιέας καλύπτει την πρώιμη περίοδο ενώ ο Δάμις την μεταγενέστερη. Αλλά δεν είναι γνωστό από ποιο έτος ξεκινούν τα απομνημονεύματα του Δάμι. Αν τοποθετήσουμε την έναρξή τους λίγο πριν το ταξίδι στην Ινδία (όπως φαίνεται ότι ξεκινάνε), δηλαδή περί το 35 μ.Χ., τότε είναι σαφές ότι η περίοδος του Ιησού Χριστού είναι οριακά εκτός.

Συνεπώς έχουμε ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο, ο μεν Απολλώνιος χάνεται από την ιστορία, στην δε Παλαιστίνη εμφανίζεται ένας μυστηριώδης συνομήλικος θαυματουργός σωτήρας για τον οποίο η ιστορία δεν ξέρει τίποτε άλλο πλην αυτής της σύντομης δράσης του στην περιοχή. Μήπως τα κομμάτια του παζλ αρχίζουν να ταιριάζουν;
 
Apollonius of Tyana & The Shroud of Turin, Κεφάλαιο 10

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Βίος Απολλωνίου στο λεξικό Ηλίου




ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Τυανεύς. Φιλόσοφος, θεόσοφος, θαυματουργός, θεουργός, ο τυπικώτατος εκπρόσωπος του θρησκευτικού και φιλοσοφικού συγκριτισμού των περί Χριστόν χρόνων. Η νεότης του συμπίπτει περίπου εις την αρχήν του 1ου μετά Χριστόν αιώνος (κατ’ ακριβέστερον καθορισμόν τον Απρίλιον του 17 μ.Χ. ήγεν ηλικίαν μεταξύ του 16ου και 20ου έτους), ήτο υιός ομωνύμου τινός εξελληνισμένου Καππαδόκου, παμπλούτου και εκ παλαιάς οικογενείας των Τυάνων καταγομένου, εξεπαιδεύθη δε κυρίως εις την Ταρσόν της Κιλικίας, την περίφημον εκείνην εστίαν της ελληνικής φιλοσοφίας, επίσης δε και εις τας Αιγάς, την γειτονικήν της Ταρσού πόλιν.

Μετά το πέρας της θεωρητικής του παιδεύσεως υπέβαλεν εαυτόν εις αυστηράν άσκησιν – εις πενταετήν σιωπήν – διέμενε δε κατά το διάστημα τούτο άλλοτε εις την Παμφυλίαν, άλλοτε εις την Κιλικίαν. Πασίγνωστος πλέον δια την ευσέβειαν, την σοφίαν και την θαυματουργόν δύναμιν, ήρχισε τον αξιομνημόνευτο πλάνητα βίον του. Οι βιογράφοι του, και μάλιστα ο Φιλόστρατος, διατείνονται ότι μετέβη όχι μόνον εις Αντιόχειαν και άλλας πόλεις της δυτικής Ασίας, αλλά και εις την Μεσοποταμίαν και εις τας Ινδίας. Εις το σημείον τούτο η βιογραφία του Φιλοστράτου καθίσταται εξ ολοκλήρου πολυμαθής μυθιστορία, αι τοιούτου δε τύπου μυθιστορίαι ήσαν κατ’ εξοχήν αρεσταί εις τους χρόνους του Σεπτιμίου Σεβήρου.

Επανελθών ο Απολλώνιος εκ των εις την απωτάτην Ανατολήν περιηγήσεων τούτων (αι οποίαι θα ήρχισαν περί το 45 μ.Χ.) διέτριψε (κατά τα τελευταία πιθανώς έτη της αρχής του Κλαυδίου και τα πρώτα του Νέρωνος) με ιδιαιτέραν προτίμησιν εις τα ελληνικάς χώρας της Μικράς Ασίας, όπου, εν μέσω περιβάλλοντος ακράτως θεραπεύοντος το σώμα, εξέπληττεν η άκρα αγνεία του, όπως επίσης εξέπληττεν, ιδία εις την Ιωνίαν, ο ζήλος του κατά της χρήσεως υπό των Ελλήνων «βαρβαρικών», ως έλεγε, δηλαδή ρωμαϊκών ονομάτων. Ώριμος πλέον αποφάσισε να επισκεφθή και τα δυτικά μέρη του Ρωμαϊκού κράτους, εν πρώτοις δε την χώρα των πόθων του, την Ελλάδα.

Από την Έφεσον, ως λέγεται, απήλθε δια Περγάμου κατά πρώτον εις τας αρχαιότητας του Ιλίου, αι οποίαι όλως ιδιαιτέρως εδέσμευσαν την προσοχήν του. Απ’ εκεί μετέβη, ακολουθών εκ του εγγύς τας αναμνήσεις του μυθικού και ηρωϊκού παρελθόντος των Ελλήνων, δια Λέσβου και Ευβοίας, εις τον Πειραιά το φθινόπωρον του 60 μ.Χ., καθ’ ον χρόνον εωρτάζοντο τα Ελευσίνια μυστήρια. Εάν πιστεύσωμεν τον Φιλόστρατον, αι Αθήναι παρέσχον εις τον Απολλώνιον μεγάλην ευκαιρίαν δια να φανή εις όλον το μεγαλείον του, πράγμα άλλως τε όχι δυσχερές, ένεκα της γνωριμίας του εις την ένδοξον πόλιν με πολλούς φιλοσόφους και πολλάς λατρείας. «Ως τις δεύτερος Επιμενίδης» λέγεται ότι εδίδαξε «περί της εκάστη θεότητι αρεσκούσης θυσίας» και του καταλληλοτάτου τρόπου αυτής. Από Κερκυραίον τινά θηλυδρίαν νεανίαν σπουδάζοντα εις τας Αθήνας και ανάγοντα το γένος του εις τον βασιλέα των Φαιάκων Αλκίνοον, «απήλασε τον δαίμονα» και κατέστησε αυτόν σοβαρόν φιλόσοφον. Κατέβαλε δε πάσαν προσπάθειαν όπως αποτρέψη τους Αθηναίους από την εκφαύλισιν της εορτής των Διονυσίων δια γυναικείας πομπής, ασελγών χορών κι άλλων ακολασιών, ωσαύτως δε και από την εξακολούθησιν των επονειδίστων και εις αυτούς εισχωρησάντων αγώνων των μονομάχων, παροδικώς μόνον, ως φαίνεται το τελευταίον τούτο κατορθώσας.

Την άνοιξην του 61 επεσκέφθη, κατά τα λεγόμενα, ο Απολλώνιος τους εν Θερμοπύλαις Αμφικτίονας, έπειτα δε τα περιφημότατα ιερά, τους ναούς του Απόλλωνος εις Άβας και Δελφούς, το μαντείον της Δωδώνης, το μαντείον του Τροφωνίου εις την Λεβάδειαν, το ιερόν του Αμφιαράου εις τον Ωρωπόν, τέλος το ιερόν των Μουσών εις τον Ελικώνα, έως ότου τον Ιούλιον του 61 κατά πρόσκλησιν των Ηλείων μετέσχε της εορτής των Ολυμπιακών αγώνων. Εις την Ολυμπίαν συνήψε στενωτέρας σχέσεις με τους Σπαρτιάτας, επεσκέφθη και την Σπάρτην, όπου διέμεινε μέχρι του έαρος του 62, λέγεται δε ότι αι σοβαραί συμβουλαί του περιέστειλαν την εν Σπάρτη αισθητήν ήδη κατάπτωσιν των ηθών και της αγωγής των νέων. Ο Απολλώνιος εξακολουθεί τον πλάνητα βίον του. Μεταβαίνει εις την Κρήτην. Το 66 εμφανίζεται εις την Ρώμην, κατόπιν εις την Ισπανίαν (66-67), τέλος επανέρχεται τον Σεπτέμβριον του 68 εις την Ελλάδα, τον αυτόν μήνα μυείται τα Ελευσίνια μυστήρια, κατόπιν (68-69) επισκέπτεται πάλιν τα εν Ελλάδι ιερά, το έαρ του 69 δε περιοδεύει την Χίον, την Ρόδον, την Αίγυπτον και τας περί τον άνω Νείλον χώρας.

Εις την Αίγυπτον γνωρίζεται με τον αυτοκράτορα Βεσπασιανόν, παρά του οποίου εξαιρέτως τιμάται. Μόλις όμως αργότερον έμαθεν ότι ο Βεσπασιανός αφήρεσεν από την Αχαΐαν την πλασματικήν αυτονομίαν, την οποίαν ο Νέρων είχε δώσει εις αυτήν, και την κατέστησε πάλιν ρωμαϊκήν επαρχίαν, κατελήφθη ο ελληνικώτατος Απολλώνιος υπό μεγάλης οργής και απέρριψεν επανειλημμένως και οριστικώς την πρόσκλησιν του αυτοκράτορος, επιθυμούντος να έχη αυτόν πλησίον του, και πολλάς έγραψεν εις τον Βεσπασιανόν πικρότατας επιστολάς, εις τας οποίας παρέβαλλεν αυτόν, όστις «τους Έλληνας ούς ο Νέρων παίζων ηλευθέρωσεν, αυτός σπουδάζων εδουλώσατο», προς τον Ξέρξην και τον συνέκρινεν εις δυσμενή παραλληλισμόν με τον Νέρωνα, ο οποίος τουλάχιστον εις την περίστασιν ταύτην κατά τον Απολλώνιον, ενήργησε γενναιότερον ή ο εξυμνούμενος Φλάβιος. Παρά ταύτα, η αγανάκτησις δεν ωδήγησεν αυτόν εις διακοπήν πάσης σχέσεων με τον οίκον των Φλαβίων. Τουναντίον, όπως και άλλως δεν παρεγνώριζε την χρηστότητα της νέας επί Βεσπασιανού καταστάσεως, ούτω μετά την εκ του άνω Νείλου επάνοδόν του συνήψε φιλικωτάτας σχέσεις και προς τον ευγενήν υιόν του αυτοκράτορος, τον Τίτον, πρώτον δι’ επιστολών, έπειτα το 71, και δια προσωπικής γνωριμίας εις Κιλικίαν. Δεν πρέπει δε να παραλείψωμεν ότι το 69 ή 70, εις την Αλεξάνδρειαν, συνεβούλευσε τον Βεσπασιανόν να φροντίζη ως ηγεμών διηνεκώς ώστε αι ελληνικαί επαρχίαι να τυγχάνουν τοιούτων μόνον διοικητών οι οποίοι να γνωρίζουν την ελληνικήν γλώσσαν και τους ελληνικούς τρόπους του ζην.

Περιοδεύει την Φοινίκην, την Συρίαν, την Κιλικίαν και διαμένει επί μακρόν, ως φαίνεται, εις την Ιωνίαν. Εν τω μεταξύ το στυγνόν, αλλόκοτον και δεσποτικόν πνεύμα των τελευταίων ιδίως ετών της ηγεμονίας του Δομιτιανού εμποιεί, τουλάχιστον εις τους ευγενεστέρους Έλληνας, εντύπωσιν δυσμενεστάτην. Υπό τοιαύτην εντύπωσιν διατελών ο γηραιός Απολλώνιος καταλαμβάνεται από ισχυράν αντιπάθειαν εναντίον της φαυλότητας του εσχάτου εκ του οίκου των Φλαβίων αυτοκράτορος. Ευρισκόμεθα εις το έτος 92 περίπου, εις την δυτικήν Μικράν Ασίαν. Ο Απολλώνιος ζητεί, πλην άλλων, να εξεγείρη τα πνεύματα και αυτών ακόμη των εν Ασία ανωτάτων Ρωμαίων υπαλλήλων κατά του τυραννικού Δομιτιανού, υπαινισσόμενος λίαν σαφώς τους αιματηρούς τρόπους δια των οποίων οι αρχαίοι Έλληνες απηλλάσσοντο των τυράννων των. Διετύπωνε δε απεριφράστως την γνώμην του και εις την Σμύρνην και εις την Έφεσον και μάλιστα όταν η Έφεσος εώρταζεν τον «ανόσιον αιμομιξίαν» θεωρούμενον ψευδή γάμον του Δομιτιανού με την ωραίαν ανεψιάν του Ιουλίαν. Εννοείται ότι και ένεκα του ιδιαιτέρου κύρους του ανδρός και διότι εις τους συγχρόνους φιλοσόφους πολλούς είχε τους αντιπάλους, η τοιαύτη διαγωγή του δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη επί μακρόν τον αυτοκράτορα, εις τον οποίον είχεν ήδη καταστεί ύποπτος λόγω των σχέσεων του προς τον Νερούαν και άλλους Ρωμαίους ευπατρίδας, τους οποίους ο Δομιτιανός μεγάλως υπέβλεπε. Διό και ο αυτοκράτωρ διενοείτο να συλλάβη τον θρασύν «δημηγόρον» και να τον παραπέμψη εις δίκην.

Ο ατρόμητος Απολλώνιος, καθ’ α αναφέρει ο Φιλόστρατος μεταβαίνει εις το σπήλαιον του λέοντος. Το έαρ του 93 ευρίσκομεν αυτόν εις την Ρώμην, όπου μόλις ήλθε συνελήφθη. Απαγγέλλεται κατ’ αυτού κατηγορία, ότι όχι μόνον τους Ρωμαίους φίλους του παρώρμησεν εις συνωμοσίαν κατά του αυτοκράτορος, αλλ’ ότι εθυσίασε και παίδα τινα Αρκάδα, ίνα εκ των σπλάχνων τούτου μαντευθή περί της επιτυχίας των σχεδίων της συνωμοσίας. Μετά τινά χρόνον άγεται ενώπιον του αυτοκράτορος, μετά του οποίου έρχεται εις μακράν και ζωηράν συζήτησιν, απολήξασαν εις πλήρη ρήξιν. Ο Απολλώνιος εν τω μεταξύ ετηρείτο υπό αυστηράν φρούρησιν, μετεχειρίζοντο δε αυτόν ως αποδεδειγμένον κακοποιόν. Μετ’ ολίγον χάρις εις τας ενεργείας ισχυρού Ρωμαίου φίλου του, επανέρχεται εις την προτέραν ηπιωτέραν φυλακήν και ευθύς έπειτα άγεται εις δίκην, παρόντος και του Δομιτιανού. Είτε δε διότι θετικώς δεν ήσαν εις θέσιν να κατηγορήσουν τι του Απολλωνίου, είτε διότι ο έξοχος ανήρ, εις τον οποίον ο κόσμος όλος απέδιδεν υπερφυσικάς ιδιότητας, πράγματι είχεν επιβάλει σεβασμόν εις τον δεισιδαίμονα Δομιτιανόν, το πράγμα έληξεν εις την υπό του αυτοκράτορος παύσιν της δίκης και εις την ακώλυτον του Απολλωνίου εκ Ρώμης διαφυγήν.

Ο Απολλώνιος μετέβη το πρώτον εις Ποτιόλους ή Δικαιαρχίαν και απ’ εκεί δια Σικελίας εις Αχαΐαν, ένθα κατά Ιούλιον του 93 παρέστη εις την πανήγυριν των Ολυμπιακών αγώνων και εχαιρετίσθη με πάνδημον χαράν από τους Έλληνας «απολωλότα ήδη νομίζοντας αυτόν». Αφού δε επί τεσσαράκοντας ημέρας διέτριψεν εις Ολυμπίαν, μετέβη εις το μαντείον του Τροφωνίου, έπειτα δε διέμεινε δύο ολόκληρα έτη εν μέσω των Ελλήνων της Αχαΐας, μεθ’ ο το 95 επανήλθε εις την αγαπητήν του Ιωνίαν, όπου διέμεινε ιδίως εις την Έφεσον και την Σμύρνην. Ευρίσκετο δε εις την Έφεσον όταν, όχι μετά πολύ χρόνον, τον Σεπτέμβριον του 96, απεκαλύφθη εις τον μισοτύραννον φιλόσοφον εν ταυτοχρόνω, ως λέγεται προς τον φόνον οράματι, ότι ο Δομιτιανός εφονεύθη εις το παλάτιόν του υπό πολλών εκ των αμέσως περιστοιχιζόντων αυτόν και ότι ο φίλος του, ο εξαίρετος και φιλαθήναιος Νερούας, ανήλθεν εις του Παλατίνου τον θρόνον. Με το γεγονός αυτό λήγει και του Απολλωνίου η δράσις. Επέζησε κατά πάσαν πιθανότηταν της βραχείας και αγαθής διακυβερνήσεως του Νερούα. Απέθανε δε, υπεργήρως, εν αρχή, φαίνεται, της ηγεμονίας του Τραϊανού, περί το έτος 100, όπως παραδίδουν οι αρχαίοι βιογράφοι και ιστορικοί και οι Βυζαντινοί χρονογράφοι και δέχεται ο Μόμμσεν εν τη υπ’ αυτού γενομένη εκδόσει του Χρονικού του Λατίνου εκκλησιαστικού πατρός Κασσιοδώρου.

Δεν παρήλθε πολύς χρόνος και ποικιλώταται διεδόθησαν φήμαι περί του θαυμαστού ανδρός. Πάντως η μνήμη του Απολλωνίου – του οποίου και μετά εκατόν έτη ζωηράν ετήρουν την ανάμνησιν και αλλαχού αλλ’ ιδίως εις την πατρίδα του, τα Τύανα, εικόνες και ναοί, όπως παραδίδει ο Φιλόστρατος, ο Κάσσιος Δίων και η «Αυγουσταία Ιστορία» – παρέμεινεν εις τον εθνικόν κόσμον των υστέρων χρόνων, μηδέ των αυτοκρατόρων εξαιρουμένων, εις μεγάλας και μάλιστα θείας τιμάς. Και υπό των χριστιανών ακόμη ετιμάτο ο Απολλώνιος πριν παρ’ αυτοίς επικρατήση η περί εχθρότητος τούτου προς τον Χριστιανισμόν άκριτος γνώμη, την οποίαν επιφανείς ερευνηταί, όπως ο Γιάκομπς, ο Νεάντερ, ο Σμιτ και άλλοι, ανήρεσαν. Εις δε τους εθνικούς αι περί του Απολλωνίου ως «πολλά και θαυμάσια διαπράξαντος» παραδόσεις και η θρυλουμένη αυστηρά ηθικότης του βίου, έδωσαν αφορμήν να αντιτάξουν, εις τους χρόνους των κατά του Χριστιανισμού διωγμών το μυθώδες καταστάν πρόσωπον του γόητος των Τυάνων κατά του προσώπου του Θεανθρώπου. Κατά δε τους επί Διοκλητιανού διωγμούς (330 και κατόπιν), εις την Νικομήδειαν, κέντρον της εν τη Ανατολή αντιχριστιανικής κινήσεως, ο Ιεροκλής, αντίπαλος του Χριστιανισμού έγραψε περί Απολλωνίου, συγκρίνων αυτόν προς τον Ιησούν και ζητών δια της συγκρίσεως ταύτης να δείξη την υπεροχήν του Απολλωνίου, «ός εκ παιδός κομιδή νέος, και αφ’ ου περί επετράπετο τω φιλανθρώπω Ασκληπιώ, πολλά και θαυμαστά διεπράξατο... ημείς μεν τον τα τοιαύτα πεποιηκότα ου θεόν, αλλά θεού κεχαρισμένον άνδρα ηγούμεθα, οι δε δι’ ολίγας τερατείας τον Ιησούν θεόν αναγορεύουσι».

Μετά τον Ιεροκλέα, εις τον οποίον απήντησεν ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος («Προς τα υπό του Φιλοστράτου εις Απολλώνιον τον Τυανέα δια την Ιεροκλεί παραληφθείσαν αυτού τε και του Χριστού σύγκρισιν»), έγραψεν ο Νέος Πλατωνικός Ευνάπιος: «Απολλώνιος τε ο εκ Τυάνων ουκέτι φιλόσοφος, αλλ’ ως τι θεών και ανθρώπων μέσον. Την μεν γαρ Πυθαγόρειον φιλοσοφίαν ζηλώσας πολύ το θειότερον και ενεργόν κατ’ αυτήν επεδείξατο. Αλλά το μεν ες τούτον ο Λήμνιος επετέλεσε Φιλόστρατος, Βίου επιγράψας Απολλωνίου το βιβλίον, δέον Επιδημίαν ες ανθρώπους θεού καλείν». Εις τους μεταγενεστέρους Βυζαντίνους είχε καταστή το «ενδιάμεσον» τούτο «θεού και ανθρώπου», ο «μεταξύ των ανθρώπων παρεπιδημών θεός», όλως μυθώδες πρόσωπον, νομιζόμενος υπ’ αυτών Απολλώνιος ως ζήσας κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου του Μεγάλου, όπως έδειξεν ο Μπούρκχαρτ εις το περί των χρόνων του αυτοκράτορος τούτου βιβλίον του. Τέλος απογόνους δεν κατέλιπεν ο φιλόσοφος των Τυάνων. Αδέσποτον μόνον φήμη κατέστησεν αυτόν πατέρα του «θεοειδούς» Αλεξάνδρου του Πηλοπλάτωνος, του εκ Σελευκείας της Κιλικίας, γεννηθέντος εξ αθεμίτου σχέσεως του Απολλωνίου προς την «περιττήν το είδος» σύζυγον Αλεξάνδρου τινός, συνηγόρου εν δικαστηρίοις.

Ο εξελληνισμένος ούτος Καππαδόκης, ο ελληνικώτερος των Ελλήνων των χρόνων του, και κατά τον τρόπον του βίου και κατά την πνευματικήν του τάσιν αφωσιωμένος εις την φιλοσοφίαν και την αυστηρότητα της αρχαίας Πυθαγορείου Σχολής, επεδίωκε να εμπνεύση πνευματικωτέραν ουσίαν εις την διεφθαρμένην πολυθεΐαν των χρόνων του. Καταστάς ο Απολλώνιος κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα ο περικλεέστατος εκπρόσωπος της Πυθαγορείου Σχολής, εθεώρει και ούτος την μυθολογίαν «κατ’ ουσίαν απλούν έργον των ποιητών», οι οποίοι ουδόλως κηδόμενοι της αληθείας «βιάζονται πιθανούς φαίνεσθαι τους εαυτών λόγους». Εξήγει δε και αυτός τους μύθους ως επί το πλείστον αλληγορικώς. «Απεστρέφετο και αυτός μεγάλως την αισθητήν παράστασιν της θεότητος». Και στηριζόμενος επί ασυνήθως ευρείας γνώσεως των εν τω κλασσικώ κόσμω αρχαιόθεν επικρατούντων θρησκευμάτων μετά των ιεροτελεστιών των και των θεσμίων, της ιστορίας και της αρχήθεν σημασίας αυτών, εζήτει, κατά τας μακροτάτας εις τας χώρας του Ελληνορωμαϊκού κόσμου περιοδείας του, να διδάσκη πανταχού τους ιερείς «περί του ιδεώδους υποκειμένου του έργου» των. Περιπλέον δε, επειδή επρέσβευεν αυστηροτάτας ηθικάς αρχάς, και ακριβώς αυταί απετέλουν το κέντρον του όλου θρησκευτικού και φιλοσοφικού συστήματός του εζήτει και αμέσως και πρακτικώς να επιδρά και, όπως οι Στωικοί, να καταπολεμή την φαύλην ηθικήν κατάστασιν των χρόνων του και να επιτύχη ηθικήν τινα μεταρρύθμισιν. Αλλά τοσούτον ολοσχερώς εις την ψυχήν του επεκράτει και το πνευματικόν ρεύμα των χρόνων του, ώστε μετά της ιδεώδους ταύτης τάσεως, μετά της αρχαϊκής προς την ελευθερίαν αγάπης, μετά της ισχυράς ορμής ενθουσιασμού, έχοντος την προέλευσιν του εις μυστικισμόν, ηνούτο και φανατική τις δεισιδαιμονία και κλίσις προς μαγείαν, προφητείαν και θαυματουργίαν. Αι τελευταίαι δε αύται απόκρυφοι ιδιότητες, γνωσταί εις ημάς εκ του Φιλοστράτου και άλλων, αντλούντων πάντων τούτων τας ειδήσεις των εκ πηγών όχι διαυγών, κατέστησαν τον Απολλώνιον υποκείμενον εξετάσεως υπό των παραψυχολόγων των χρόνων μας, οίτινες ώρισαν αυτόν ως ισχυρότατον μέντιουμ κ.α.

Ό,τι δυνάμεθα μετά βεβαιότητος να ισχυρισθώμεν είναι τούτο: Ότι ο αρχαίος κόσμος ο οποίος εις την μνήμην του Απολλωνίου καθιέρωσεν εικόνας, ναούς, θυσίας και νομίσματα, δεν επλανήθη. Και ότι αληθώς ο Απολλώνιος με την φιλοσοφίαν και την ηθικήν του, με την αγάπην του προς την ελευθερίαν, αγάπην τρεφομένην από τας μεγάλας παραδόσεις του παρελθόντος, με την περιφρόνησιν προς την ηδονήν – καίτοι αι γυναίκες έξαλλοι εκ θαυμασμού συνωθούντο προς αυτόν – κατ’ ανάγκην ο Απολλώνιος ενεποίησεν εντύπωσιν επιβάλλουσαν σεβασμόν, καθ’ ον χρόνον η διάλυσις και καταστροφή της αρχαίας θρησκείας και ηθικότητος ηυξάνετο διηνεκώς με βήματα γιγαντιαία. Η εμφάνισις δε τοιούτου ανδρός εν μέσω των Ελλήνων αποκτά ιδιάζον ενδιαφέρον, διότι εις τας θεωρίας του Απολλωνίου περί του «Ελληνισμού» – υπό την γενικωτάτην ηθική ιστορικήν έννοιαν του ονόματος – ευρίσκομεν το ωραιότερον και γνησιώτερον πρότυπον των φρονημάτων και αισθημάτων των πεπαιδευμένων ανδρών της Ανατολής προς την παλαιάν πατρίδα του αρχαίου πολιτισμού. Με την έμμονον και σφοδράν αγάπην του προς την Ελλάδα εζήτει εναγωνίως εις τους Έλληνας των χρόνων του Νέρωνος και των διαδόχων αυτού να βλέπη τον λαόν του κλασικού παρελθόντος. Εκ της υπό του Νέρωνος γενομένης πλασματικής, ως ελέχθη ανωτέρω, «ανορθώσεως της ελευθερίας των Ελλήνων» προσεδόκα την «επάνοδον των Ελλήνων εις τα Δωρικά και Αττικά ήθη» και χάριν της σκιώδους και απατηλής ταύτης εικόνος «ελευθερίας και αυτονομίας» ήτο έτοιμος ο ελληνίζων Καππαδόκης να συγχωρήση τον ουτιδανώτατον των ανθρώπων δια τα αισχρουργήματά του, αυτόν ακριβώς δια τον οποίον ολίγον πρότερον έθετε δηκτικώς το ζήτημα: «Εάν ο Νέρων άδων δεν κατέστη εις τους Έλληνας ολεθριώτερος ή ο Ξέρξης δια των εξ Ασίας μυριάδων πολεμιστών».

Και όμως! Ο υπέρ των Ελλήνων κοπτόμενος και κατεξαντλούμενος φιλόσοφος των Τυάνων ετίμα απλώς εις το πρόσωπον των συγχρόνων το ιερόν παρελθόν, περί αυτών δε, πέραν του οίκτου και της στοργής και της ελπίδος, ουδεμίαν έτρεφε αυταπάτην. Και έγραφεν, απογοητευμένος, από το Άργος εις τους σοφούς του εν Αλεξανδρεία μουσείου: «Εγεινόμην εν Άργει και Φωκίδι και Λοκρίδι και εν Σικυώνι και εν Μεγάροις και διαλεγόμενος του έμπροσθεν χρόνοις επαυσάμην εκεί. Τι, ουν, ει τις έροιτο, το αίτιον; Εγώ φράσαιμι υμίν και ταις Μούσαις: Εβαρβαρώθην ου χρόνιος ων αφ’ Ελλάδος, αλλά χρόνιος εν Ελλάδι». Ο διηνεκής υπέρ της Ελλάδος και της ηθικής τάξεως αγών του Απολλωνίου είναι εκ των υψίστων ενδείξεων του τι δύναται να κατορθώση η ελληνική παιδεία όταν ενοικήση εις «ευτυχή» φύσιν.



Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Ποιος ήταν ο Παύλος;

 


Ο Παύλος γράφει ότι μετά τον θαυματουργό προσηλυτισμό του στον δρόμο προς την Δαμασκό, δεν πήγε στην Ιερουσαλήμ πριν περάσουν τρία χρόνια.

«Έπειτα, τρία έτη μετά, ανέβηκα εις τα Ιεροσόλυμα, δια να συναντήσω και γνωρίσω προσωπικώς τον Πέτρον και έμεινα κοντά του δεκαπέντε μόνον ημέρας· άλλον δε από τους Αποστόλους δεν είδα, παρά μόνον τον Ιάκωβον, τον αδελφόν του Κυρίου.» (Γαλάτας 1:18-19)

Στο δεύτερο ταξίδι του Παύλου στην Ιερουσαλήμ έμεινε με τον Πέτρο και συναντήθηκε με τον Ιάκωβο, «αδελφό» του Ιησού. Αφού πέρασε 15 ημέρες με τον Πέτρο, ο Παύλος βγήκε στην πόλη για να εξοικειωθεί με τους άλλους πιστούς στην Ιερουσαλήμ, αλλά τον φοβούνταν. Για να καθησυχάσει τους φόβους τους, ο Βαρνάβας (ψευδώνυμο του αδελφού του Ιησού Ιωσή), κάποιος που γνώριζε τον απόστολο Πέτρο, τους διαβεβαίωσε όλους ότι ο Παύλος ήταν πλέον Χριστιανός. Αυτή η λεπτομέρεια βρίσκεται στο βιβλίο των Πράξεων.

«Οταν δε ο Σαύλος έφθασε εις την Ιερουσαλήμ, προσπαθούσε να επικοινωνήση και να προσκολληθή στους μαθητάς. Ολοι όμως τον εφοβούντο, διότι δεν επίστευαν ότι είναι πράγματι μαθητής του Χριστού. Αλλά ο Βαρνάβας τον επήρε με εμπιστοσύνην και τον ωδήγησε στους Αποστόλους. Και διηγήθηκε τότε εις αυτούς ο Σαύλος, πως στον δρόμον είδε τον Κύριον και ότι του ωμίλησε ο Κύριος και πως εις την Δαμασκόν εκήρυξε με θάρρος πίστιν στον Ιησούν Χριστόν. Και συνεδέθη πλέον με αυτούς στενότατα, επήγαινε και ήρχετο συνεχώς εις Ιερουσαλήμ και με παρρησίαν ωμιλούσε δια τον Κύριον Ιησούν. Ακόμη δε ωμιλούσε και εσυζητούσε με τους Ελληνιστάς Ιουδαίους. Εκείνοι όμως εζητούσαν ευκαιρίαν, να τον φονεύσουν. Οταν δε οι αδελφοί έμαθαν τους σκοπούς των, συνώδευσαν και ωδήγησαν τον Παύλον εις την Καισάρειαν και τον έστειλαν εις την Ταρσόν.» (Πράξεις 9:26-30)

Πρώτον, είναι σημαντικό να δούμε ότι οι Πράξεις αντιφάσκουν με την προς Γαλάτας. Στους Γαλάτας συναντά μόνο τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, αλλά στις Πράξεις μένει με τους αποστόλους. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο Παύλος χρησιμοποίησε τις Γραφές αποτελεσματικά για να υποστηρίξει ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, αλλά αυτό τον έβαλε σε μπελάδες με τους Έλληνες Εβραίους. Ήθελαν να σκοτώσουν τον Παύλο. Όταν οι άλλοι Χριστιανοί έμαθαν γι’ αυτό το πρόβλημα, πήραν τον Παύλο στην Καισάρεια και τον έστειλαν στην Ταρσό, η οποία είναι η πρωτεύουσα της Κιλικίας. Ο Παύλος έμεινε σε αυτήν την περιοχή και την Συρία, όπως σημειώνεται στα κείμενά του, όπως φαίνεται παρακάτω στους Γαλάτας. Η ιδέα ότι ο Πέτρος και ο Ιάκωβος ήταν Χριστιανοί και ότι ο Παύλος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό είναι τελείως ανόητη. Σύμφωνα με τις ίδιες τους τις γραφές, δεν υπήρχε Χριστιανισμός τότε. Το όνομα Χριστιανός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αντιόχεια το 41 ΚΕ. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν Ναζωραίοι Εσσαίοι και όχι Χριστιανοί. Οι Ναζωραίοι δεν ήταν μια μορφή Ιουδαίων Χριστιανών. Επρόκειτο για μια ξεχωριστή και ανεξάρτητη θρησκεία της οποίας οι γραφές και τα μυστήρια υπονομεύτηκαν από την νέα τάξη που δημιούργησε ο Παύλος.

«Έπειτα ήλθα εις τας περιοχάς της Συρίας και της Κιλικίας. Ήμουν δε άγνωστος προσωπικώς εις τας Εκκλησίας της Ιουδαίας, αι οποίαι απετελούντο από Ιουδαίους που είχαν πιστεύσει στον Χριστόν. Αυτοί δε μόνον εξ ακοής επληροφορούντο, ότι εκείνος ο οποίος μας κατεδίωκε, κηρύττει τώρα την πίστη μας, την οποίαν κατεδίωκε και προσπαθούσε να αφανίση.» (Γαλ. 1:21-23)

Αφού ο Παύλος άφησε τα Ιεροσόλυμα για να μείνει στην Ταρσό, πέρασαν αρκετά χρόνια. Βρίσκουμε ότι ο Βαρνάβας είχε πάει στην Αντιόχεια να κηρύξει. Ο Βαρνάβας είχε εξοικειωθεί με τον Παύλο και γνώριζε ότι χρησιμοποιούσε τις Γραφές καλά. Και ο Βαρνάβας ήξερε ότι ο Παύλος ζούσε στην Ταρσό. Ο Βαρνάβας πήγε στην Ταρσό για να βρει τον Απόστολο Παύλο και να τον φέρει στην Αντιόχεια. Το έτος αυτό είναι καλά ορισμένο στο 44-45 ΚΕ με βάση τον γνωστό λιμό επί βασιλείας Κλαυδίου Καίσαρα.

«Επήγε δε ο Βαρνάβας εις Ταρσόν, δια να ζητήση τον Παύλον. Και αφού τον ευρήκε, τον έφερε εις την Αντιόχειαν. Επί ένα δε ολόκληρον έτος οι δύο αυτοί Απόστολοι συμετείχαν εις τας συγκεντρώσεις των πιστών της εκεί Εκκλησίας και εδίδασκαν πλήθος πολύ. Εκεί δε εις την Αντιόχειαν, δια πρώτη φοράν, ωνομάσθησαν οι μαθηταί του Χριστού, Χριστιανοί.» (Πράξεις 11:25-26)

«Έπειτα, αφού επέρασαν 14 έτη από το ταξίδι μου εις την Συρίαν και Κιλικίαν, ανέβηκα πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα με τον Βαρνάβαν και τον Τίτον.» (Γαλ. 2:1)

«Κατά τας ημέρας αυτάς ήλθαν εις την Αντιόχειαν από τα Ιεροσόλυμα μερικοί προφήται. Ένας δε εξ αυτών, ονόματι Άγαβος, εσηκώθηκε και, φωτισμένος από το Πνεύμα το Άγιον, προανήγγειλε ότι έμελλε να γίνη μεγάλη πείνα εις όλην την οικουμένην. Αυτή δε η πείνα συνέβη πράγματι επί αυτοκρατορίας Κλαυδίου Καίσαρος. Όλοι δε οι Χριστιανοί, ανάλογα έκαστος με τας οικονομικάς του δυνατότητας, απεφάσισαν να στείλουν βοηθήματα δια την εξυπηρέτησιν των αδελφών, που κατοικούσαν εις την Ιουδαίαν. Αυτό πράγματι το έκαμαν και απέστειλαν με τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον τας εισφοράς των προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.» (Πράξεις 11:27-30)

Τέτοια είναι η αναυθεντικότητα των χριστιανικών γραφών. Σύμφωνα με τους περισσότερους Χριστιανούς καθηγητές, ο Παύλος προσηλυτίστηκε στον δρόμο προς την Δαμασκό κάπου μετά το 30, αλλά δεν δείχνουν ποτέ στο ποίμνιο τα ίδια τα κείμενα. Επειδή γνωρίζουμε ότι ο λιμός ήταν το 44 ΚΕ, όταν προσθέσουμε 3 + 14 διαπιστώνουμε ότι αυτή η επίσκεψη έγινε 17 χρόνια μετά την βάπτιση του Παύλου. Οι Χριστιανοί ιερείς το ξέρουν από καιρό αυτό, και ο καθένας δίνει τα δικά του ασαφή μαθηματικά για να αντιμετωπίσει το επιχείρημα. Αλλά όταν αφαιρέσουμε 17 χρόνια από το 44 ΚΕ παίρνουμε το έτος 27 ΚΕ για τον προσηλυτισμό του Παύλου. Ποιο είναι το πρόβλημα με την ημερομηνία αυτή; Αρχικά ο Παύλος υποστηρίζει ότι είδε την οπτασία ενός άυλου Ιησού. Όμως, όχι μόνον ο Ιησούς ήταν ακόμα ζωντανός τότε, αλλά δεν είχε καν αρχίσει την διακονία του σύμφωνα με το Συνοπτικά Ευαγγέλια.

Η διαφορά αυτή θα ήταν κατανοητή αν το ένα χωρίο ήταν απ’ τους Γαλάτας και το άλλο από τις Πράξεις τις οποίες έγραψε κάποιος άλλος, αλλά και τα δύο χωρία όχι μόνον είναι του Παύλου, είναι από την ίδια επιστολή σε απόσταση ενός μόνο κεφαλαίου. Μου φαίνεται ότι ο Παύλος δεν βρήκε τίποτα λάθος με την διάταξη αυτή όταν την έγραψε καθότι οι ευαγγελικές περιγραφές δεν είχαν ακόμη τοποθετήσει το έτος της σταύρωσης στο 30 ΚΕ. Αυτή είναι μια ακόμη απόδειξη ότι ο Παύλος δεν αναφερόταν σε μια πραγματική σταύρωση ενός πραγματικού σωτήρα, αλλά μάλλον στο κεντρικό πρόσωπο μιας μυστηριώδους θρησκείας. Για τον λόγο αυτό θα βρείτε κληρικούς να σας δίνουν το δικό τους χρονοδιάγραμμα γι’ αυτά τα γεγονότα, στρεβλώνοντας τις πραγματικές ημερομηνίες για να ταιριάξουν στις ερμηνείες τους, αλλά χωρίς ποτέ να σας δείχνουν τα πραγματικά χωρία.

Τώρα, ακόμη και αν το αγνοήσουμε αυτό, θα πρέπει να αναρωτηθούμε, για ποιο λόγο ο Σαούλ (Παύλος) έπρεπε να πάει μέχρι την Δαμασκό για να βρει Χριστιανούς, όταν μόλις 3 χρόνια αργότερα φαίνεται να υπήρχαν αρκετοί Χριστιανοί στην Ιερουσαλήμ ώστε να φοβάται για την ζωή του. Γιατί δεν έμεινε στην Ιερουσαλήμ να καταδιώξει αυτούς τους Χριστιανούς (ή όπως ονόμαζαν τους εαυτούς τους). Επιπλέον, γιατί ο Σαούλ περίμενε να βρει Χριστιανούς στον Ναό της Δαμασκού εντός ενός έτους απ’ την σταύρωση, όταν είναι γνωστό ότι ο Ιησούς κήρυξε μόνο στο Ισραήλ. Μήπως κάποιος Εβραίος ιερέας έστειλε θυμωμένος έναν αγγελιοφόρο μέχρι την Ιερουσαλήμ για να προειδοποιήσει τον Εβραίο Αρχιερέα ότι είχε δει μια χριστιανική λατρεία στον Ναό; Αποτυγχάνει στο τεστ της λογικής. Δεν βγάζει νόημα.

Οι ισχυρισμοί του Παύλου περί θαυματουργικού προσηλυτισμού στον δρόμο για την Δαμασκό διαψεύδονται από αυτό το πρώιμο Γνωστικό Μανδαϊκό κείμενο:

«Τον Ιορδάνη όπου ο Μεσσίας Παύλις βαφτίστηκε, τον έκανα “αυλάκι”. Τον άρτο που ο Μεσσίας Παύλις λαμβάνει, τον έκανα “μυστήριο”. Το ποτό που ο Μεσσίας Παύλις λαμβάνει, το έκανα “δείπνο”. Τον κεφαλόδεσμο που ο Μεσσίας Παύλις λαμβάνει, τον έκανα “ιερωσύνη”. Το ραβδί που ο Μεσσίας Παύλις λαμβάνει, το έκανα “κοπριά”.» (Γνωστικός Ιωάννης ο Βαπτιστής)

Ενώ ο Παύλις μάλλον αναφέρεται στον Παύλο, ο Lorsback μας πληροφορεί ότι είναι το ισοδύναμο μιας περσικής λέξης που σημαίνει «Απατεών». Ως εκ τούτου, αυτό μπορεί να σημαίνει απλά Απατεών Μεσσίας.

Υπάρχει μια σαφής διαφορά μεταξύ των λέξεων «μυστικό» και «μυστήριο». Το μυστικό είναι η κρυμμένη γνώση. Το μυστήριο είναι μια αλήθεια που μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με την αποκάλυψη από τον Θεό. Το μυστήριο είναι περισσότερο σαν ένα αίνιγμα, έναν γρίφο ή μια σπαζοκεφαλιά. Οι λέξεις «μυστικό» και «μυστικά», που εμφανίζονται σε όλα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης (πλην Δανιήλ), αναφέρονται στην έλλειψη γνώσης, όχι στην έλλειψη κατανόησης.

Η λέξη «mystery» (Ελ. μυστήριον) είναι μια λέξη κλειδί στο Χριστιανισμό. Εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη 22 φορές στον ενικό και 5 φορές στον πληθυντικό. Τα ακόλουθα εδάφια δείχνουν ότι ο Χριστιανισμός ιδρύθηκε ως θρησκεία μυστηρίων.

«καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον.» (Α΄ Τιμ. 3:16)

«ἔχοντας τὸ μυστήριον τῆς πίστεως ἐν καθαρᾷ συνειδήσει...» (Α΄ Τιμ. 3:9)

«τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 8:10)

«ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ» (Εφεσίους 3:9)

«τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.» (Εφεσίους 5:32)

«λαλῆσαι τὸ μυστήριον τοῦ Χριστοῦ» (Κολοσσαείς 4:3)

Ο Ελληνιστικός Χριστιανισμός ήταν «το μυστήριο του Χριστού».

«Ο άδειος τάφος το πρωί της Κυριακής του Πάσχα είναι ένας μύθος. Αυτό φαίνεται από το απλό γεγονός ότι ο απόστολος Παύλος, ο πιο κρίσιμος κήρυκας της αναστάσεως του Χριστού, και ο παλαιότερος συγγραφέας της Καινής Διαθήκης, δεν λέει τίποτα γι’ αυτόν. Για τον Παύλο, δεν υπάρχει. Δεν σημαίνει τίποτα για τον ίδιο, δηλαδή, ένας άδειος τάφος δεν έχει καμμία σημασία για την αλήθεια της ανάστασης, την οποία τόσο έντονα διακηρύσσει. Για τον Παύλο όλη η χριστιανοσύνη εξαρτάται από την ανάσταση του Χριστού – “Εάν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε το κήρυγμά μας είναι μάταιο και η πίστη σας είναι μάταιη” (Α΄ Κορ. 15:14). Αλλά κατά την άποψη του Παύλου, αυτό δεν έχει σχέση μ’ έναν άδειο τάφο. Προφανώς δεν έχει ιδέα για κάτι τέτοιο. Αν ο Παύλος είχε ακούσει ποτέ για τον άδειο τάφο, δεν θα τον είχε προσπεράσει σιωπώντας. Δεδομένου ότι συγκεντρώνει και παραθέτει όλα τα στοιχεία για την ανάσταση του Ιησού που του εδόθησαν (Α΄ Κορινθίους 15), σίγουρα θα θεωρούσε τον άδειο τάφο άξιο αναφοράς. Το ότι δεν το κάνει αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε ποτέ και ως εκ τούτου οι σχετικές περιγραφές πρέπει να προέκυψαν αργότερα.» (Uta Ranke-Heinemann, Putting Away Childish Things, σελ. 131)

«Εγώ δεν θα πήγαινα τόσο μακριά όσο η Ranke-Heinemann δηλώνοντας ότι αυτή η θεώρηση διευθέτησε αποφασιστικά το θέμα, αλλά η θεώρηση αυτή όντως εγείρει την πιθανότητα ότι ο Παύλος δεν ήξερε την ιστορία του άδειου τάφου.» (D. H. van Daalen, The Real Resurrection, σελ. 40)

Φαίνεται προφανές ότι ο Παύλος θα χρησιμοποιούσε οτιδήποτε μπορούσε να βρει για να προωθήσει την νέα πίστη, έτσι φαίνεται ότι δεν είχε ενημερωθεί για τον άδειο τάφο είτε από τον Πέτρο είτε από τον Ιάκωβο επειδή ποτέ δεν συνέβη. Η αφήγηση όπως και το υπόλοιπο των Ευαγγελίων είναι μυθοπλασίες γραμμένες για να πουλήσουν στους ανθρώπους την ιδέα μιας κυριολεκτικής ερμηνείας ενός Γνωστικού συστήματος. Αν ελέγξετε την Βίβλο σας, θα διαπιστώσετε ότι πρώτα είναι τα ευαγγέλια, μετά οι Πράξεις και στην συνέχεια οι επιστολές. Αυτή δεν είναι η σειρά με την οποία γράφτηκαν, αλλά η Εκκλησία συνειδητοποίησε ότι οι επιστολές από μόνες τους δεν ήταν αρκετά πειστικές για να υποστηρίξουν μια κυριολεκτική ερμηνεία της σταύρωσης και της ανάστασης. Έτσι, ο πιστός πρώτα διαβάζει την ιστορία και μετά τις επιστολές ως μια επιβεβαίωση ότι τα γεγονότα που διαβάζει στα ευαγγέλια είναι αλήθεια.

Οι συνωμότες δημιούργησαν τον Παύλο από 3 διαφορετικές πηγές. Η πιο προφανής είναι ο Απολλώς ή Απολλώνιος, αλλά αυτός ήταν Έλληνας και όχι ντόπιος Εβραίος. Έτσι, ανέτρεξαν στον Ιώσηπο όπου βρήκαν τον Σαούλ, έναν φιλάργυρο Ηρωδιανό αριστοκράτη. Πρόσθεσαν κατόπιν τον θαυματουργικό προσηλυτισμό από την ζωή του αιρετικού Εβραίου ραβίνου Elisha ben Abuiah, γνωστού ως Aher (προδότης), προικίζοντας έτσι τον Παύλο με θεϊκή εξουσία.

Η ιστορία του θαυματουργικού προσηλυτισμού βασίζεται στην ζωή του αιρετικού Εβραίου ραβίνου Elisha ben Abuiah. Αυτά γράφει η Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια για τον ραβίνο Elisha:

«According to Grätz, he was a Karpotian Gnostic; according to Siegfried, a follower of Philo; according to Dubsch, a Christian; according to Smolenskin and Weiss, a victim of the inquisitor Akiba... The oldest and most striking reference to the views of Elisha is found in the following baraita (Hag. 14b; Yer. ii. 1): “Four [sages] entered paradise — Ben 'Azzai, Ben Zoma, Aher, and Akiba. Ben 'Azzai looked and died; Ben Zoma went mad; Aher destroyed the plants; Akiba alone came out unhurt.”... It means that Elisha, like Paul, in a moment of ecstasy beheld the interior of heaven — in the former's case, however, with the effect that he destroyed the plants of the heavenly garden.» (Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια)

Ο ραβίνος Elisha ήταν διώκτης των Χριστιανών και αποστάτης του νόμου κάτι που του χάρισε το ψευδώνυμο Aher ή προδότης. Ήταν σύγχρονος του ραβίνου Akiva ο οποίος γεννήθηκε το 50 ΚΕ το οποίο τοποθετεί την ιστορία του θαυματουργικού προσηλυτισμού στο τέλος του πρώτου αιώνα και όχι στην αρχή έως τα μέσα του πρώτου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι οι επιστολές γράφτηκαν πιθανώς στις αρχές έως τα μέσα του δευτέρου αιώνα, κάτι που έδωσε στους συγγραφείς χρόνο για να ενσωματώσουν τα γεγονότα από την ζωή του ραβίνου Elisha στην αφήγηση.

Τώρα, ο πραγματικός Παύλος ο οποίος συνέθεσε και κήρυξε τις επιστολές ήταν ο Απολλώνιος ο Τυανέας, αλλά οι συνωμότες συνειδητοποίησαν ότι χρειάζονταν έναν μηχανισμό με τον οποίο θα μπορούσαν να επικυρώσουν τις διδασκαλίες του, έτσι ενσωμάτωσαν γεγονότα από την ζωή του ραβίνου Elisha. Για ποιο λόγο είναι σημαντικό αυτό; Διότι χωρίς τον θαυματουργικό προσηλυτισμό στον δρόμο για την Δαμασκό, στον οποίο ο Ιησούς υποτίθεται του αποκάλυψε αυτές τις πληροφορίες, ο Παύλος είναι απλώς άλλος ένας περιπλανώμενος ιεροκήρυκας, κηρύττοντας ανοησίες δικής του επινόησης.

Όπως με τον Ιησού Χριστό, δεν υπάρχει καμμία αναφορά κάποιου Παύλου ή Σαούλ από την Ταρσό στα εβραϊκά κείμενα του πρώτου και του δευτέρου αιώνα. Αυτό είναι παράξενο δεδομένου ότι υπάρχουν πολλές αναφορές στον αποστάτη ραβίνο Elisha, αλλά αγνοείται ο υπ’ αριθμόν ένα αντίπαλός τους Παύλος. Ο ισχυρισμός του Παύλου περί καταγωγής από την φυλή του Βενιαμίν που υποδηλώνεται από την ομοιότητα του ονόματός του με εκείνο του πρώτου Ισραηλίτη βασιλιά, είναι, αν τα εδάφια είναι γνήσια, ψευδής, διότι τότε δεν υπήρχαν φυλετικές λίστες ή γενεαλογίες αυτού του είδους.

Δεν υπάρχει ένδειξη, στα γραπτά ή τα επιχειρήματα του Παύλου, ότι είχε λάβει την ραβινική εκπαίδευση που του αποδίδουν οι Χριστιανοί συγγραφείς, αρχαίοι και σύγχρονοι· και δεν θα ενεργούσε ή έγραφε όπως το έκανε εάν ήταν, όπως λέγεται (Πράξεις 22:3), μαθητής του Γαμαλιήλ. Τα εδάφιά του από την Γραφή, τα οποία προέρχονται όλα, άμεσα ή από μνήμης, από την ελληνική έκδοση, δεν δείχνουν καμμία εξοικείωση με το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο. Παρά την εμφατική δήλωση στην Φιλιπ. 3:5, ότι ήταν «Εβραίος εξ Εβραίων» – ένας μάλλον ασυνήθιστος όρος, ο οποίος φαίνεται να αναφέρεται στην εθνική του εκπαίδευση και συμπεριφορά (πρβλ. Πράξεις 21:40, 22:2), καθότι η εβραϊκή του γέννηση δηλώνεται στις προηγούμενες λέξεις «εκ γένους Ισραήλ» – ήταν, εάν κάποια από τις Επιστολές που φέρουν το όνομά του είναι πράγματι δική του, εξ ολοκλήρου ελληνιστής στην σκέψη και το αίσθημα.

Ως ελληνιστής, διέκρινε τον γήινο από τον ουράνιο Αδάμ (Α΄ Κορ. 15:45-49), και, αναλόγως, την χαμηλότερη ψυχική ζωή και την υψηλότερη πνευματική ζωή η οποία αποκτάται μόνον μέσω ασκητισμού (Ρωμ. 12:1, Α΄ Κορ. 7:1-31). Όλη η νοοτροπία του δείχνει την επιρροή των θεοσοφικών ή Γνωστικών παραδόσεων της Αλεξανδρείας, ειδικά την Ερμητική λογοτεχνία που τόνισε ο Reizenstein στο σημαντικό του έργο «Poimandres», εξ ου και η παράξενη πίστη του σε υπερφυσικές δυνάμεις, στην μοιρολατρεία, στην «γλωσσολαλιά» (Α΄ Κορ. 12-14, Α΄ Κορ. 15:8, Β΄ Κορ. 12:1-6, Εφ. 3:3), και σε μυστήρια ή ευχαριστίες (Ρωμ. 11:25, Κολ. 1:26, 2:2, 4:3, Εφ. 1:9, 3:4, 6:19) – ένας όρος δανεισμένος αποκλειστικά από παγανιστικές τελετές.

Σε όλα τα γραπτά του Παύλου υπάρχει ένα παράλογο ή παθολογικό στοιχείο το οποίο δεν θα μπορούσε παρά να απωθήσει τους μαθητές των ραβίνων. Ενδεχομένως η απαισιόδοξη διάθεση του ήταν αποτέλεσμα της σωματικής του κατάστασης· διότι έπασχε από μια ασθένεια που επηρέαζε τόσο το σώμα όσο και το μυαλό. Την περιγράφει ως «ένα αγκάθι στην σάρκα», και ως ένα βαρύ χτύπημα από «έναν αγγελιοφόρο του Σατανά» (Β΄ Κορ. 12:07), η οποία συχνά τον έκανε να συνειδητοποιεί την απόλυτη αδυναμία του, και τον έκανε αντικείμενο οίκτου και τρόμου (Γαλ. 4:13). Ήταν, όπως έχει δείξει πειστικά ο Krenkel (Beiträge zur Geschichte der Aufhellung und Briefe des Apostels Paulus, 1890, σελ. 47-125), επιληψία, που οι Έλληνες αποκαλούν «ιερά ασθένεια», η οποία τον έφερνε συχνά σε μια κατάσταση έκστασης, μια κατάσταση του νου που μπορεί να εντυπωσίαζε μερικούς από τους Εθνικούς του ακροατές, αλλά θα φόβιζε και αποξένωνε τον Εβραίο, του οποίου ο Θεός είναι ο Θεός της λογικής (πρβλ. Β΄ Κορ. 5:13, 10:10, 11:1-16, 12:6). Η σύλληψη μιας νέας πίστης, η μισή παγανιστική και η μισή ιουδαϊκή, όπως κήρυττε ο Παύλος, και η επιδεκτικότητα στις επιρροές της, ήταν εντελώς ξένα προς την φύση της εβραϊκής ζωής και σκέψης.

Στην πρώτη γραμμή των διδασκαλιών του Παύλου ίσταται το περίεργο όραμα του Χριστού, στο οποίο αναφέρεται συνεχώς ως την μόνη αξίωση και τίτλο του στην αποστολική του ιδιότητα (Α΄ Κορ. 9:1, 15:8, Β΄ Κορ. 12:1-7, Φιλιπ. 3:9, Γαλ. 1:1, 12, 16, επί των οποίων βλέπε παρακάτω). Οι άλλοι απόστολοι είδαν τον Ιησού ενσαρκωμένο· ο Παύλος τον είδε όταν, όντας σε κατάσταση έκστασης, πήγε στον παράδεισο στον τρίτο ουρανό, όπου άκουσε «άρρητα ρήματα, τα οποία δεν είναι επιτετραμμένον στον άνθρωπο να τα διατυπώσει» (Β΄ Κορ. 12:2-4). Ένας ισχυρός παραλληλισμός με την ισχυριζόμενη έκσταση του ραβίνου Elisha. Προφανώς αυτή η εικόνα του Χριστού πρέπει να είχε προηγουμένως μια περίοπτη θέση στο μυαλό του, όπως ο Metatron (Μίθρας) και ο Akteriel είχαν στο μυαλό των Εβραίων μυστικιστών. Γι’ αυτόν ο Μεσσίας ήταν ο γιος του Θεού με μεταφυσική έννοια, «η εικόνα του Θεού» (Β΄ Κορ. 4:4, Κολ. 1:15), «ο ουράνιος Αδάμ» (Α΄ Κορ. 15:49, όμοιος με τον φιλωνικό ή καβαλιστικό Αδάμ Κάδμον), ο μεσολαβητής μεταξύ Θεού και κόσμου (Α΄ Κορ. 8:6), «ο πρωτότοκος όλης της δημιουργίας, από τον οποίο δημιουργήθηκαν τα πάντα» (Κολ. 1:15-17), ίδιος επίσης με το Άγιο Πνεύμα που εκδηλώνεται στην ιστορία του Ισραήλ (Α΄ Κορ. 10:4, Β΄ Κορ. 3:17, πρβλ. Σοφία 10:1 – 12:1, Φίλων, De Εο Quod Deterius Potiori Insidiari Soleat, § 30· βλέπε επίσης Ιουδ. Εγκυκλ. x. 183b, λ. προΰπαρξη του Μεσσία).

Έτσι, εδώ έχουμε έναν κυκλικό συλλογισμό. Ο Παύλος δημιουργεί τον Ιησού Χριστό, ο οποίος στην συνέχεια, μέσω του θαυματουργού προσηλυτισμού του Παύλου επικυρώνει την διδασκαλία του Παύλου, η οποία με την σειρά της επικυρώνει την ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Αυτό επίσης σημαίνει, δεδομένου ότι δεν υπήρξε πρόσωπο όπως ο Ιησούς Χριστός, ότι τα Ευαγγέλια πρέπει να είναι προϊόν των ίδιων ανθρώπων που ήταν υπεύθυνοι για τη δημιουργία των Επιστολών του Παύλου, των Ρωμαίων.

Από όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, θα νομίζατε ότι ο Απολλώς των επιστολών, το οποίο είναι συντομογραφία του Απολλώνιος, ο Εβραίος από την Αλεξάνδρεια και ο Απολλώνιος ο Τυανέας ήταν δύο διαφορετικά άτομα, αλλά δεν είναι έτσι. Το μόνο που πρέπει να αναρωτηθείτε είναι, αν μια θρησκεία που θα έφτανε στο σημείο να κάψει όλες τις γραπτές αναφορές στον Απολλώνιο Τυανέα, μαζί με την βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, θα ήταν επίσης πρόθυμη ν’ αλλάξει τις γραφές της και να μετατρέψει, τον Καππαδόκη Απολλώνιο Τυανέα στον Απολλώ, έναν Εβραίο από την Αλεξάνδρεια;

Ο Απολλώνιος έκανε δύο ξεχωριστά ταξίδια στην Ινδία. Το πρώτο περί το 36-38 ΚΕ και το δεύτερο περί το 45-50 ΚΕ. Ήταν μετά το πρώτο ταξίδι που επέστρεψε στην Παλαιστίνη, με μερικά αντίγραφα των διδασκαλιών του Χριστού, και καθιέρωσε μια νέα τάξη πραγμάτων σ’ ένα μικρό χωριό κοντά στην Γάζα ονόματι Ναζαρίτα. Τότε κήρυξε για πρώτη φορά τα ευαγγέλια και ήταν το 54 ΚΕ που ο Απολλώς αναφέρεται για πρώτη φορά στις γραφές. Ως εκ τούτου, καθίσταται απολύτως σαφές ότι αυτά τα δύο άτομα είναι πράγματι ένα και το αυτό πρόσωπο, ο Απολλώνιος Τυανέας. Τα ακόλουθα εδάφια επιβεβαιώνουν αυτό το γεγονός.

«Κάποιος Ιουδαίος ονόματι Απολλώς, λόγιος ανήρ από την Αλεξάνδρεια και βαθύς γνώστης των γραφών, ήλθεν εις την Έφεσον.» (Πράξεις 18:24)

Τα παρακάτω από τις επιστολές του Παύλου ταυτοποιούν σαφώς τον Απολλώ με τον Απολλώνιο Τυανέα.

«Σας ασπάζεται ο Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός, και ο Δημάς.» (Κολ. 4:14)

«Διότι ο Δημάς με εγκατέλειψεν, αγαπήσας την ματαιότητα του παρόντος κόσμου, και επήγεν εις την Θεσσαλονίκην. Ο Κρήσκης εις την Γαλατίαν, ο Τίτος εις την Δαλματίαν.» (Β΄ Τιμ. 4:10)

«Σε χαιρετούν ο Μάρκος, ο Αρίσταρχος, ο Δημάς, ο Λουκάς, οι συνεργάται μου.» (Φιλ. 1:24)

Τα τελευταία εδάφια συνδέουν σαφώς τον Δημά (τον Δάμι, τον αγαπητό μαθητή) και τον Λουκά (Leucis) με τον Απολλώ και συνεπώς ταυτοποιούν τον Απολλώ με τον Απολλώνιο Τυανέα. [...]

«Και εγώ αδελφοί δεν μπορούσα να σας μιλήσω όπως σε πνευματικούς, αλλά όπως σε σαρκικούς, ως νηπίους εν Χριστώ. Σας έδωσα γάλα και όχι τροφή, διότι δεν μπορούσατε να την αντέξετε· ούτε τώρα μπορείτε. Είστε ακόμη σαρκικοί. Διότι αφού μεταξύ σας υπάρχουν ακόμη ζηλοτυπίες και έριδες και διαιρέσεις, δεν είστε ακόμη σαρκικοί και πορεύεστε όπως οι άνθρωποι; Διότι όταν ο ένας λέει, εγώ είμαι του Παύλου, και ο άλλος εγώ είμαι του Απολλώ, δεν είστε σαρκικοί; Ποιος είναι ο Παύλος, ποιος ο Απολλώς, παρά διάκονοι μέσω των οποίων πιστεύσατε, καθώς έδωσε στον καθένα ο Κύριος; Εγώ φύτευσα, ο Απολλώς πότισε, αλλά ο Θεός αύξησε. Οπότε ούτε ο φυτεύων είναι κάτι, ούτε ο ποτίζων, αλλά ο αυξάνων Θεός. Ο φυτεύων και ο ποτίζων είναι ένα· ο καθένας θα λάβει τον μισθό ανάλογα τον κόπο που κατέβαλε.» (Α΄ Κορ. 3:1-8)

Εδώ έχουμε την παραδοχή ότι ο Παύλος και ο Απολλώς είναι το ίδιο πρόσωπο και από το ακόλουθο μπορούμε να συμπεράνουμε εύκολα ότι ο Απολλώς ήταν ο Απολλώνιος από τα Τύανα. Σε μια αρχαία έκδοση των Επιστολών, τον CODEX BEZAE, το όνομα Απολλώς είναι γραμμένο ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ. Η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα αναγνωρίζει ότι το όνομα Απολλώς, όπως εμφανίζεται στις Επιστολές Παύλου, είναι σύντμηση του Απολλώνιος.

Τα ακόλουθα αποσπάσματα από τον Ιώσηπο και τις Πράξεις φαίνεται να υποδεικνύουν ότι ο Απολλώνιος και ο Παύλος ήταν πράγματι ένα και το αυτό πρόσωπο.

«Τότε (57-58 μ.Χ.) ήρθε στην Ιερουσαλήμ από την Αίγυπτο ένας άνθρωπος που δήλωσε ότι ήταν προφήτης και παρότρυνε τις μάζες των απλών ανθρώπων να πάνε μαζί του στο βουνό που ονομάζεται Όρος των Ελαιών, το οποίο βρίσκεται απέναντι από την πόλη σε απόσταση 5 σταδίων. Ισχυρίστηκε ότι ήθελε να δείξει από εκεί ότι με εντολή του τα τείχη της Ιερουσαλήμ θα έπεφταν, υποσχόμενος μια είσοδο στην πόλη. Όταν το άκουσε αυτό ο Φήλιξ (ο Ρωμαίος κυβερνήτης) διέταξε τους στρατιώτες του να πάρουν τα όπλα τους. Ξεκινώντας από την Ιερουσαλήμ με μεγάλη δύναμη ιππικού και πεζικού, έπεσε πάνω στον Αιγύπτιο και τους οπαδούς του, σκοτώνοντας 400 από αυτούς και παίρνοντας 200 αιχμαλώτους. Ο ίδιος ο Αιγύπτιος δραπέτευσε από την μάχη και εξαφανίστηκε.» (Ιωσήπου Αρχαιολογίες, XX, 169-172).

Στην Ιερουσαλήμ το 58 μ.Χ., ο Παύλος ρωτήθηκε:

«Δεν είσαι συ ο Αιγύπτιος ο οποίος προ ολίγων ημερών είχε αναστατώσει και έβγαλε εις την έρημον τους 4.000 δολοφόνους με μαχαίρια;» (Πράξεις 21:38)

Φαίνεται ότι ο Απολλώνιος ή Παύλος, ήταν αυτός που έσωσε την ζωή του Εβραίου ιστορικού Ιωσήπου για τον οποίο λέγεται ότι θα τον θανάτωνε ο Βεσπασιανός, όταν προέβλεψε ότι μια μέρα ο Βεσπασιανός θα γινόταν Αυτοκράτορας της Ρώμης. Φαίνεται ότι αυτή η πρόβλεψη που του έσωσε την ζωή έγινε στην πραγματικότητα από τον Απολλώνιο.

Nazoreans
 

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Το Κοράνι για τον Ιησού

 

 
Γιατί κι αρνήθηκαν την Πίστη κι είπαν για την Μαριάμ (την μητέρα του Ιησού) μια σοβαρή ψεύτικη κατηγορία. Γιατί ακόμη καυχήθηκαν: «Φονεύσαμε τον Χριστό Ιησού, το παιδί της Μαριάμ, τον Απόστολο του Αλλάχ». Κι όμως δεν τον σκότωσαν, κι ούτε τον σταύρωσαν, αλλά έτσι φαίνεται σ’ αυτούς. Εκείνοι όμως που είχαν διαφορετική γνώμη σ’ αυτό, είναι γεμάτοι αμφιβολίες, γιατί δεν γνωρίζουν, αλλά μόνο εικασίες ακολουθούν, και μια βεβαιότητα ότι δεν τον σκότωσαν, αλλά ο ΑΛΛΑΧ τον σήκωσε ψηλά κοντά Του (τον πήρε σ’ ένα μέρος που να μην μπορούν οι εχθροί να τον βρουν), γιατί ο ΑΛΛΑΧ είναι Πανίσχυρος, Σοφός.

Σούρα ελ-Νισά, Μέρος 6ο, Εδάφια 156-158


Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Απολλώνιος Τυανεύς




 
Λεξικό Ελληνικής και Ρωμαϊκής Βιογραφίας και Μυθολογίας του Καθηγητή Γουίλιαμ Σμιθ & Άλλων, Λονδίνο, 1890, Τόμος Ι, Σελ. 242-244.

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΤΥΑΝΑΙΟΣ. Πυθαγόρειος φιλόσοφος, γεννηθείς στα Τύανα της Καππαδοκίας, περίπου 4 χρόνια πριν την χριστιανική περίοδο. Μεγάλο μέρος της φήμης του αποδίδεται στην πίστη στις μαγικές ή υπερφυσικές δυνάμεις του, και τις παραλλήλους που έχουν αποπειραθεί να χαράξουν αρχαίοι και σύγχρονοι συγγραφείς μεταξύ αυτού και των υποτιθεμένων θαυμάτων του, και αυτών του Πρωτουργού της θρησκείας μας. Ο βίος του από τον Φιλόστρατο είναι ένα σύνολο από ασυναρτησίες και μύθους· αν έχει ιστορικές βάσεις και αν γράφτηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει με αμφιλεγόμενο σκοπό, είναι ερωτήσεις τις οποίες θα είμαστε καλλίτερα προετοιμασμένοι να εξετάσουμε αφού πρώτα παρουσιάσουμε το περιεχόμενο του έργου.

Ο Απολλώνιος, σύμφωνα με την αφήγηση του βιογράφου του, ήταν ευγενικής καταγωγής και ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τους ιδρυτές της πόλεως των Τυάνων. Δεν υπάρχει λόγος να σταματήσουμε για να αμφισβητήσουμε την ιστορία με την ενσάρκωση του θεού Πρωτέως, ή να την αποδώσουμε, όπως ο Τίλεμοντ, σε δαιμονική ενέργεια. Στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετέθη υπό την φροντίδα του Ευθυδήμου, ρήτορος στην Ταρσό· αηδιασμένος όμως από την πολυτέλεια των κατοίκων, πήρε άδεια από τον πατέρα του και τον δάσκαλό του να μεταβεί στην γειτονική πόλη Αιγές. Εδώ λέγεται ότι μελέτησε όλο τον κύκλο της Πλατωνικής, Σκεπτικής, Επικουρικής και Περιπατητικής φιλοσοφίας και τελικά προτίμησε την Πυθαγόρεια την οποία είχε διδαχθεί από τον Εύξενο της Ηράκλειας (Φ, I, 7).

Αμέσως, σαν να τον είχε κυριεύσει παιδιόθεν η ιδέα να βαδίσει στα χνάρια του Πυθαγόρου, ξεκίνησε να ασκείται κατά τον αυστηρό ασκητισμό του δόγματος· απείχε από ζωικές τροφές και μάλλινα ενδύματα, αρνήθηκε το κρασί και την συντροφιά γυναικών, άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν και κατέφυγε στον ναό του Ασκληπιού στις Αιγές, ο οποίος υποτίθεται τον έβλεπε με μια αξιοπερίεργη ευμένεια

Τον κάλεσαν στα Τύανα, στο εικοστό έτος της ηλικίας του, μετά τον θάνατο του πατέρα του· αφού μοίρασε την κληρονομιά με τον αδερφό του, τον οποίο λέγεται ότι επανέφερε από άσωτη ζωή, κι έδωσε το μεγαλύτερο μέρος απ’ ό,τι απέμεινε στους φτωχούς του συγγενείς (Φ, Ι, 13), επέστρεψε στην εκπαίδευση του Πυθαγόρου και για πέντε χρόνια διατήρησε την μυστική σιωπή, κατά την διάρκεια της οποίας οι μυστικές αλήθειες της φιλοσοφίας φανερώθηκαν.

Με την πάροδο των πέντε ετών, ταξίδεψε στην Μικρά Ασία, πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη, αντιδικώντας παντού, όπως ο Πυθαγόρας, επί των θείων τελετών. Υπάρχει ένα κενό είκοσι περίπου ετών στην βιογραφία του, σ’ αυτήν την περίοδο της ζωής του, στην διάρκεια των οποίων πρέπει να υποθέσουμε ότι συνέχισε με τον ίδιο τρόπο, εκτός και αν έχουμε λόγο να υποψιαστούμε ότι η αποδεκτή ημερομηνία γεννήσεώς του προηγήθηκε κατά είκοσι χρόνια.

[ΣΧΟΛΙΟ: Αυτό το ζήτημα των «Χαμένων Είκοσι Ετών» αναπτύσσεται με περισσότερες λεπτομέρειες στα Κεφάλαια 9 και 10. Εδώ αρκεί να πούμε ότι ο Απολλώνιος ταξίδεψε στην Ινδία αμέσως μετά την πενταετή σιωπή. Μετά ταξίδεψε στην Παλαιστίνη για 3 χρόνια και στην Αίγυπτο για περίπου 15 χρόνια. Άλλοι τοποθετούν το ταξίδι στην Ινδία στο τέλος των «χαμένων είκοσι ετών» διότι ο Απολλώνιος λέγεται ότι συνάντησε τον Βαβυλώνιο Βασιλιά Βαρδάνη που κυβερνούσε τότε. Αλλά ο Βαρδάνης ήταν περίπου συνομήλικος του Απολλωνίου, έτσι ο Απολλώνιος μάλλον τον συνάντησε στην Βαβυλώνα όταν ο Βαρδάνης ήταν Πρίγκιπας, ή «βασιλιάς» κάποιου τοπικού φέουδου, διορισμένος απ’ τον πατέρα του, Βασιλιά Αρτάβανο, ο οποίος κυβερνούσε αυτά τα «χαμένα είκοσι χρόνια».]

Ήταν μεταξύ 40 και 50 ετών όταν ξεκίνησε τα ταξίδια προς την ανατολή· και εδώ ο Φιλόστρατος στέλνει τον ήρωα του σ’ ένα ταξίδι ανακάλυψης, στο οποίο πρέπει να τον ακολουθήσουμε ευχαρίστως και γρήγορα.

Από τις Αιγές πήγε στην Νινευή, όπου και συνάντησε τον Δάμι, τον μετέπειτα χρονογράφο των πράξεών του, και προχωρώντας προς την Ινδία, συνομίλησε στην Βαβυλώνα με τον Πάρθο βασιλιά Βαρδάνη, και συμβουλεύτηκε τους Μάγους και τους Βραχμάνες οι οποίοι υποτίθεται του μεταβίβασαν κάποια θεουργικά μυστικά. Ακολούθως επισκέφτηκε την πόλη Τάξιλα, πρωτεύουσα του Ινδού πρίγκιπα Φραώτη, όπου συνάντησε τον Ιάρχα, αρχηγό των Βραχμάνων, και συζήτησε με τους ήδη μεμυημένους στην Αλεξανδρινή φιλοσοφία Ινδούς Γυμνοσοφιστές (Φ, ΙΙΙ, 51).

Αυτό το ταξίδι κράτησε 5 χρόνια. Με την λήξη του, επέστρεψε στις ιωνικές πόλεις, όπου μαθαίνουμε για πρώτη φορά για τις αξιώσεις θαυματουργής δύναμης, πηγάζουσας, όπως φαίνεται, από την κατοχή κάποιας θείας γνώσης απ’ την ανατολή. Αν αληθεύει ότι του απεδόθησαν οι τιμές ενός θεού σ’ αυτήν την περίοδο της ζωής του, οδηγούμαστε φυσικά να υποψιαστούμε κάποια συνεννόηση με τους ιερείς (ΙV, 1), οι οποίοι λέγεται ότι παρέπεμπαν τους ασθενείς σ’ εκείνον για ανακούφιση.

[ΣΧΟΛΙΟ: Είναι λαθεμένο ότι το ταξίδι στην ανατολή κράτησε πέντε χρόνια. Κράτησε 3,5 χρόνια περίπου. Βλέπε Κεφάλαιο 9. Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε επίσης επισκεφτεί τα Τάξιλα 350 χρόνια πριν.]

Από την Ιωνία πέρασε στην Ελλάδα (IV, 11), επισκέφτηκε τους ναούς και τα μαντεία τα οποία ήταν στον δρόμο του, συζητώντας παντού για την θρησκεία, και υιοθετώντας το κύρος ενός θείου νομοθέτη. Στα Ελευσίνια μυστήρια απερρίφθη ως μάγος, και δεν έγινε δεκτός παρά σε μια μεταγενέστερη περίοδο της ζωής του· Ο ίδιος λόγος τον απέκλεισε απ’ το σπήλαιο του Τροφωνίου (όπου ισχυρίστηκε ότι βρήκε τα ιερά βιβλία του Πυθαγόρου), και στο οποίο εισήλθε δια της βίας (VIII, 19).

Αφού επισκέφτηκε την Λακεδαίμονα, την Κόρινθο, και τις άλλες πόλεις της Ελλάδας, έθεσε πορεία προς την Ρώμη, φτάνοντας μόλις μετά από ένα διάταγμα του Νέρωνος εναντίον των μάγων. Τον έφεραν αμέσως ενώπιον του υπάτου Τελεσίνου, και του Τηγελλίνου, ευνοουμένου του αυτοκράτορα, εκ των οποίων ο πρώτος τον απήλλαξε, όπως μαθαίνουμε, από αγάπη για την φιλοσοφία, και ο δεύτερος από φόβο για την μαγική δύναμη, η οποία εξαφάνισε τις λέξεις απ’ το κατηγορητήριο.

Μετά την απαλλαγή του πήγε σε Ισπανία, Αφρική και Αθήνα όπου μετά από δεύτερη αίτηση έγινε δεκτός στα μυστήρια· και από την Αθήνα μετέβη στην Αλεξάνδρεια, όπου ο Βεσπασιανός, ο οποίος κατέπνιγε την επανάσταση, διέκρινε γρήγορα την χρησιμότητα ενός τέτοιου συμμάχου. Η ιστορία της συναντήσεώς τους ίσως είναι αληθινή, και είναι σίγουρα περίεργη διότι παρουσιάζει τον Απολλώνιο με τον τρίτο από τους τρεις ρόλους που είχε αναλάβει ο Πυθαγόρας – φιλόσοφος, μυστικιστής και πολιτικός.

Ο Βεσπασιανός συναντήθηκε στην είσοδο της πόλεως μ’ ένα σώμα δικαστών, επιτρόπων και φιλοσόφων και ρώτησε βιαστικά αν ο Τυανεύς ήταν ανάμεσά τους. Μαθαίνοντας ότι φιλοσοφούσε στο Σεραπείον, πήγε εκεί, και ικέτευσε τον Απολλώνιο να τον κάνει αυτοκράτορα· ο φιλόσοφος απάντησε ότι «το έκανε ήδη, προσευχόμενος στους θεούς για έναν δίκαιο και σεβάσμιο ηγεμόνα»· οπότε ο Βεσπασιανός δήλωσε ότι αφήνεται τελείως στα χέρια του.

Ένα συμβούλιο φιλοσόφων συνεκλήθη αμέσως, μαζί με τους Δίωνα και Ευφράτη, Στωικούς της ακολουθίας του αυτοκράτορα, στο οποίο συζητήθηκε επισήμως το θέμα, με τον Ευφράτη να διαμαρτύρεται εναντίον της φιλοδοξίας του Βεσπασιανού και της υποστήριξης του Απολλωνίου, και συνηγορώντας υπέρ της αποκαταστάσεως της δημοκρατίας (V, 31). Αυτή η διαφωνία απετέλεσε τα θεμέλια μιας διαρκούς φιλονεικίας μεταξύ των δύο φιλοσόφων [Απολλωνίου & Ευφράτη, ΡΣ] την οποία ο Φιλόστρατος υπαινίσσεται συχνά.

Το τελευταίο ταξίδι του Απολλωνίου ήταν στην Αιθιοπία, προτού επιστρέψει στις ιωνικές πόλεις. Ο αυτοκράτορας Τίτος ο οποίος επέδειξε την ίδια φιλία την οποία είχε δείξει ο πατέρας του προς τον Απολλώνιο, λέγεται ότι τον προσκάλεσε στο Άργος της Κιλικίας, για να λάβει μια υπόσχεση από εκείνον ότι κάποια μέρα θα επισκεπτόταν την Ρώμη.

Με την άνοδο του Δομιτιανού, ο Απολλώνιος προσπάθησε να ξεσηκώσει τις περιοχές της Μικράς Ασίας εναντίον του τυράννου. Εστάλη διαταγή να τον φέρουν στην Ρώμη, οπότε και θεώρησε κατάλληλο να παραδοθεί εκουσίως, ώστε να μην εγείρει υποψίες για τους συντρόφους του. Κατά την προσαγωγή του στον αυτοκράτορα, η σύνεσή του τον εγκατέλειψε· εγκωμίασε τον Νέρβα και τον έστειλαν αμέσως αλυσοδεμένο στην φυλακή. Οι κατηγορίες εναντίον του χωρίζονταν σε τρία μέρη – η μοναδικότητα των ενδυμάτων και της εμφάνισής του, η λατρεία που του απέδιδαν ως θεό, και η θυσία ενός παιδιού με τον Νέρβα για μια οιωνοσκοπία. Με το επικείμενο τέλος, ήταν ώρα να επιδείξει τις θαυματουργές του δυνάμεις· εξαφανίστηκε από τα μάτια των κατηγόρων του. Αφού εμφανίστηκε στον Δάμι στην Δικαιαρχεία την ίδια στιγμή που εξαφανίστηκε από την Ρώμη, πήγε στην Ελλάδα, όπου έμεινε δύο χρόνια, γνωστοποιώντας ότι ο αυτοκράτορας τον απήλλαξε δημοσίως.

Τα τελευταία έτη της ζωής του τα πέρασε μάλλον στην Έφεσο, όπου λέγεται ότι ανακοίνωσε τον θάνατο του τυράννου Δομιτιανού ακριβώς την στιγμή που έγινε. Τρεις τοποθεσίες – Έφεσος, Ρόδος και Κρήτη – διεκδικούν την τιμή της τελευταίας του κατοικίας. Τα Τύανα, όπου ένας ναός ήταν αφιερωμένος σ’ αυτόν, έγιναν έκτοτε μία εκ των ιερών πόλεων με το προνόμιο να εκλέγουν τους δικαστές τους.

Τώρα θα εξετάσουμε εν συντομία τρεις ερωτήσεις.

Ι. Την ιστορική βάση της αφήγησης του Φιλοστράτου.

ΙΙ. Κατά πόσο, αν όχι καθόλου, σχεδιάστηκε ως ανταγωνιστής στην ιστορία του Ευαγγελίου.

ΙΙΙ. Τον πραγματικό χαρακτήρα του ιδίου του Απολλωνίου.

Ι. Όσο αδύνατο και αν φαίνεται να διαχωριστεί η αλήθεια από το ψέμμα στην αφήγηση του Φιλοστράτου, δεν μπορούμε να εννοήσουμε ότι μια δεδηλωμένη ιστορία, δεκτή ως τέτοια από συγχρόνους του συγγραφείς, και γραμμένη περίπου εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Απολλωνίου, είναι απλώς μια επινόηση ενός παραμυθά. Διότι έτσι θα πρέπει ν’ αποδεχτούμε ότι όλοι οι εξωφρενικοί μύθοι του Κτησία, τα μπερδεμένα ψεύδη όλων των μυθολογιών (τα οποία γίνονται όλο και πιο γελοία όσο πηγαίνουμε πίσω στον χρόνο), τα ανατολικά παραμύθια, και ίσως μια παρωδία κάποιων χριστιανικών θαυμάτων, συμπιέζονται όλα στην υπηρεσία του Φιλοστράτου για να στολίσει την ζωή του ήρωα του· περαιτέρω θα δεχτούμε ότι η ιστορία, χωρίς τα θαύματα, είναι μάλλον εξ ίσου ψευδής με τα ίδια τα θαύματα.

Μολαταύτα δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την υποδοχή της αφήγησης από τους αρχαίους, ακόμη και απ’ τους ίδιους τους πατέρες, εάν δεν υπήρχε κάποια ανεξάρτητη παράδοση της προσωπικότητας του Απολλωνίου επί της οποίας βασίστηκε. Ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος απάντησε στον Λόγο φιλαλήθη προς Χριστιανούς του Ιεροκλή (όπου επιχειρείται σύγκριση μεταξύ του Κυρίου μας και του Απολλωνίου), φαίνεται να δέχεται την αλήθεια του κυρίως μέρους της αφήγησης του Φιλοστράτου, πλην των θαυματουργικών.

Και η παρωδία, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, της ζωής του Πυθαγόρου, ίσως να είναι κάπως πιο ανιχνεύσιμη στον ίδιο τον αγύρτη απ’ ότι στην εφευρετικότητα του βιογράφου του. Αγάλματα και ναοί υπήρχαν ακόμη προς τιμήν του· διασώζονταν οι επιστολές και τα υποτιθέμενα έργα του· το χειρόγραφο του βίου του από τον Δάμι τον Ασσύριο ήταν το αρχικό έργο το οποίο στόλισε η ρητορική του Φιλοστράτου· και πολλές αναφορές των επισκέψεων και πράξεών του μπορούν να βρεθούν στα δημόσια αρχεία των ασιατικών πόλεων, τα οποία θα διέψευδαν αμέσως την ιστορία, εάν ήταν ασυμβίβαστη.

Προσθέτουμε και το ότι αναφέρεται άλλος ένας βίος του Απολλωνίου από τα Τύανα, του Μοιραγένη, τον οποίο ο Φιλόστρατος ομολογουμένως απέρριψε, διότι, όπως λέει, παρέλειπε πολλές σημαντικές λεπτομέρειες, και για τον οποίο ο Ωριγένης, που τον είχε διαβάσει, λέει ότι παρουσίαζε τον Απολλώνιο ως έναν μάγο ο οποίος ξεγέλασε πολλούς φημισμένους φιλοσόφους. Το συμπέρασμα στο οποίο μάλλον εν τέλει καταλήγουμε είναι ότι την εποχή που υπήρχε γενική πίστη σε μαγικές δυνάμεις, ο Απολλώνιος απέκτησε όντως μεγάλη επιρροή προσποιούμενος τέτοιες, και πως η ιστορία του Φιλοστράτου παρέχει μια ακριβοδίκαιη ιδέα του χαρακτήρα και της φήμης του, όσο ασυνεπής κι αν είναι με τα γεγονότα και παράλογη με τα θαύματα.

ΙΙ. Παραλείψαμε σκοπίμως τα θαυμαστά με τα οποία στόλισε ο Φιλόστρατος την αφήγησή του, και τα οποία δεν αποτελούν εν γένει ένα απαραίτητο τμήμα. Πολλά εξ αυτών συμπίπτουν περιέργως με τα χριστιανικά θαύματα. Η ανακοίνωση της γέννησης του Απολλωνίου στην μητέρα του απ’ τον Πρωτέα και η ενσάρκωση του ιδίου του Πρωτέως, ο χορός των κύκνων οι οποίοι τραγουδούσαν με χαρά στο περιστατικό, η εκδίωξη δαιμόνων, η ανάσταση νεκρών και η θεραπεία ασθενών, οι ξαφνικές εξαφανίσεις και επανεμφανίσεις του Απολλωνίου, οι περιπέτειες του στο σπήλαιο του Τροφωνίου, και η ιερή φωνή που τον κάλεσε κατά τον θάνατό του, ακόμη και ο ισχυρισμός του ως δασκάλου με εξουσία να αναμορφώσει τον κόσμο – δεν μπορούν παρά να καταδείξουν τις παραλλήλους με την ευαγγελική ιστορία. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο Απολλώνιος ήταν ένας από πολλούς ανταγωνιστές που στήριζαν οι Εκλεκτικιστές (όπως ο Ιεροκλής από την Νικομήδεια επί Διοκλητιανού) έναντι του Σωτήρος μας – ίσως αξίζει να παρατηρήσουμε, ότι μια ανανέωση αυτής της προσπάθειας έκαναν οι Άγγλοι ελευθερόφρονες, Μπλάουντ και Λόρδος Χέρμπερτ.

Παρ’ όλα αυτά πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι οι ομοιότητες είναι πολύ γενικές, ότι όπου ο Φιλόστρατος έχει δανειστεί από την ευαγγελική αφήγηση, είναι σαν να έχει δανειστεί από την οποιαδήποτε άλλη υπέροχη ιστορία, και ότι η άποψη ενός αμφιλεγόμενου σκοπού είναι ασυμβίβαστη με την διήγηση η οποία θέτει τον βίο που έγραψε ο Δάμις ως την βάση της πιο πρόσφατης ιστορίας.

Επιπροσθέτως, ο Φιλόστρατος έγραψε κατ’ εντολή της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας, και εκείνο τον καιρό ζούσε στο παλάτι του Αλεξάνδρου Σεβήρου, ο οποίος λάτρευε τον Κύριό μας μαζί με τον Ορφέα και τον Απολλώνιο ανάμεσα στους Πενάτες του· έτσι φαίνεται απίθανο να ένοιωθε κάποια αξιοπερίεργη εχθρότητα προς τον Χριστιανισμό· ενώ απ’ την άλλη, θα ήταν εξοικειωμένος με την γενική ιστορία της ζωής του Κυρίου μας, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει πολλά από τα δικά του γεγονότα. Συνολικώς συμπεραίνουμε μαζί με τον Ρίτερ, ότι ο βίος του Απολλωνίου δεν γράφτηκε με αμφιλεγόμενο σκοπό, διότι οι όντως υπάρχουσες ομοιότητες, δεικνύουν μόνον μερικό δανεισμό, και όχι έναν συστηματικό παραλληλισμό. (Ritter, Geschichte der Phil. τόμος IV, σελ. 492)

[ΣΧΟΛΙΟ: Η αναφορά στον Αλέξανδρο Σεβήρο είναι λαθεμένη. Το σωστό όνομα θα έπρεπε να είναι Σεπτίμιος Σεβήρος, σύζυγος της Ιουλίας Δόμνας. Επίσης, παρενθετικώς, πρέπει να σημειωθεί το πώς ο συντάκτης του άρθρου προσπαθεί να παρουσιάσει την ζωή του «Ιησού Χριστού» ως το πρότυπο του Φιλοστράτου για τον Βίο Απολλωνίου Τυανέως. Προφανώς αυτό το άρθρο το έγραψε κάποιος απολογητής της Εκκλησίας, διότι ο Φιλόστρατος πουθενά, ούτε μια φορά, δεν αναφέρει τον «Ιησού» και τους «Χριστιανούς».]

ΙΙΙ. Η προσωπικότητα του Απολλωνίου όπως και τα γεγονότα της ζωής του εμφανίζουν μια εντυπωσιακή ομοιότητα με αυτών του Πυθαγόρου, τον οποίο ομολογουμένως ακολούθησε. Ταξίδια, μυστικισμός, και διένεξη είναι οι τρεις λέξεις στις οποίες δύναται να συνοψιστεί το πρώτο ήμισυ της ζωής αμφοτέρων. Αναμφίβολα ο Απολλώνιος προφασιζόταν υπερφυσικές δυνάμεις και εθεωρείτο ποικιλοτρόπως από τους αρχαίους ως μάγος και θείο ον.

Ο σκοπός του, όσο μπορεί να καθοριστεί, ήταν διπλός – εν μέρει φιλοσοφικός και εν μέρει θρησκευτικός. Ως φιλόσοφος, θεωρείται ένας από τους ενδιαμέσους μεταξύ ελληνικών και ανατολικών συστημάτων, τα οποία πάσχισε επιμόνως να εναρμονίσει με την συμβολική γνώση του Πυθαγόρου. Τα Πυθαγόρεια δόγματα περί των αριθμών και τις αρχές μουσικής και αστρονομίας, τα έβλεπε ως υποδεέστερα, ενώ οι κύριες προσπάθειές του ήταν προς την επανίδρυση της παλαιάς θρησκείας σε Πυθαγόρεια βάση.

Στόχος του ήταν να εξαγνίσει την λατρεία του Παγανισμού απ’ την διαφθορά που είχαν εισάγει οι μύθοι των ποιητών όπως έλεγε, και να επαναφέρει τις τελετές των ναών με όλη την δύναμη και το νόημά τους. Στα έργα του περί αστρομαντείας και περί τελετών, απορρίπτει τις θυσίες ως ακάθαρτες ενώπιον του Θεού. Όλα τα αισθητά αντικείμενα, ακόμη κι η φωτιά, μετέχουν μιας υλικής και φθαρτής φύσης· η προσευχή θα πρέπει να είναι άσπιλη προσφορά της καρδιάς, και μολύνεται όταν περνάει απ’ τα χείλη. (Ευσεβ. Ευαγ. Πρ. ΙV, 13)

Αυτή η άρνηση των θυσιών είχε σίγουρα σχέση με το Πυθαγόρειο δόγμα περί μετενσαρκώσεως των ψυχών. Στα θαύματα που του αποδίδονται βλέπουμε το ίδιο σκιαγράφημα ενός Πυθαγορείου χαρακτήρα· είναι κυρίως προφητείες, και ο Απολλώνιος δεν ισχυρίζεται ότι είναι η δύναμη ελέγχου των νόμων της φύσεως, αλλά κάποιο θαυματοποιό μυστικό, το οποίο του επιτρέπει μια πιο βαθειά ενόραση σε αυτούς συγκριτικά με τους κοινούς ανθρώπους. Συνολικά, μπορούμε να τοποθετήσουμε τον Απολλώνιο κάπου στο ενδιάμεσο μεταξύ του μυστικιστή φιλοσόφου και του κοινού αγύρτη, μεταξύ του Πυθαγόρου και του Αλεξάνδρου του Λουκιανού· και μ’ αυτόν τον διπλό χαρακτήρα τον έβλεπαν και οι ίδιοι οι αρχαίοι.

Τα ακόλουθα έργα του Απολλωνίου έχουν σωθεί μέχρι σήμερα:

1.Ὕμνος εἰς Μνημοσύνην (Φιλοστρ. Βίος Απολλ. Ι, 14 - Σούδα, λ. Ἀπολλ.)

2. Πυθαγόρου δόξαι.

3. Πυθαγόρου βίος, τον οποίο αναφέρει το λεξικό Σούδα και μάλλον (βλέπε Ritter) ένα από τα έργα που έφερε ο Απολλώνιος από το σπήλαιο του Τροφωνίου κατά τον Φιλόστρατο (Φ, VIII, 9)

4. Διαθήκη, γραμμένη σε ιωνική διάλεκτο (Φ, Ι, 3, VII, 39)

5. Ἀπολογία για μια καταγγελία του φιλοσόφου Ευφράτη στον Δομιτιανό (Φ, VIII, 7)

6. Περί μαντείας ἀστέρων.

7. Τελεταί ἤ περί θυσιῶν. (Φ, ΙΙΙ, 41, IV, 19 - Ευσεβ. Ευαγ. Προπ. IV, 13)

8. Χρησμοί, αναφέρεται στην Σούδα.

9. Νυχθημερόν, νόθο.

10. Ἐπιστολαί LXXXV.

O επίσκοπος Λόυντ πιστεύει ότι όσα έργα σώζονται είναι πλαστά. Αλλά από την άλλη, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η λακωνική τους συντομία ταιριάζει με τον συγγραφικό χαρακτήρα του φιλοσόφου. Σίγουρα δεν είναι επινοήσεις του Φιλοστράτου, και δεν είναι εξ ολοκλήρου τα ίδια με την συλλογή που αναφέρει. Η Ἀπολογία την οποία παραθέτει ο Φιλόστρατος (Φ, VIIΙ, 7) είναι το μόνο άλλο σωζόμενο έργο του Απολλωνίου.
 
 
Apollonius of Tyana & The Shroud of Turin, Κεφάλαιο 2