Translate

Κυριακή 12 Μαρτίου 2023

Η εναρμόνιση των Ευαγγελίων

 

 
 
Εισαγωγή
 
Η εναρμόνιση των ευαγγελικών διηγήσεων, που επιχειρείται από εκείνους που προσπαθούν να δείξουν ότι δεν υπάρχουν διαφορές, είναι προβληματική, τόσο στην «λογική» της όσο και στο τελικό αποτέλεσμα. Σε αυτό το άρθρο, θα εξετάσουμε αυτούς τους λόγους και σε δεύτερο που θα ακολουθήσει θα τα εξετάσουμε στην πράξη. Η κεντρική σκέψη των σύγχρονων απολογητών είναι ότι οι ευαγγελικές διηγήσεις δεν είναι πλήρεις, δεν αποτελούν ιστοριογραφία, συνεπώς δεν πρέπει να περιμένουμε ακριβή έκθεση των γεγονότων, εφόσον οι συγγραφείς τους δεν αποσκοπούσαν σε αυτό. Οι όποιες διαφορές, πάντα κατά τους απολογητές, δεν οφείλονται σε διαφορετικές περιγραφές της ουσίας των γεγονότων, αλλά είτε σε παραλείψεις των συγγραφέων επειδή θεωρούν κάποια πράγματα ήδη γνωστά και είναι για τους συγκεκριμένους συγγραφείς μικρότερης σημασίας. Επίσης, θεωρούν ως δεδομένο ότι τα ευαγγέλια είναι γραμμένα είτε από τον κύκλο των δώδεκα (Ματθαίος, Ιωάννης), είτε από ανθρώπους που σχετίζονται με τους δώδεκα (Μάρκος, Λουκάς). Τα αντιμετωπίζουν σαν να πρόκειται για μία ενότητα στα βασικά και ουσιώδη, με ελάχιστες διαφορές στις λεπτομέρειες, που όμως δεν αλλάζουν την ουσία των γεγονότων. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; 
 
Βασικά στοιχεία για τα ευαγγέλια, κατά τους πρώτους τρεις αιώνες 
 
α) Τα ευαγγέλια δεν είναι σύγχρονα των γεγονότων που περιγράφουν. Με βάση αυτά που διδάσκονται επίσημα στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου, το πρώτο ευαγγέλιο είναι γραμμένο μεταξύ 65-70, το «Κατά Ματθαίον» και «Κατά Λουκάν» μεταξύ 75-85 και το «Κατά Ιωάννην» μεταξύ 90-95. Αν και είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιοριστεί η ακριβής χρονολογία συγγραφής τους, δεν αποκλείεται να είναι γραμμένα αρκετά χρόνια αργότερα. Με την πλέον συντηρητική εκδοχή, η απόσταση μεταξύ γεγονότος και καταγραφής του γεγονότος, κυμαίνεται από 35 έως 65 χρόνια. Απόλυτα λογικό φαινόμενο η ύπαρξη αντιφάσεων και παράλογος ο ισχυρισμός ότι μπορεί να κρατηθούν φρέσκα στην μνήμη όλα αυτά. Ωστόσο, αυτό που μας κάνει εντύπωση είναι γιατί να αργήσουν τόσο πολύ να καταγράψουν αυτά τα τόσο σημαντικά γεγονότα. Αν υπήρχαν προηγουμένως άλλα κείμενα, γιατί δεν φρόντισαν να διατηρηθούν; 

β) Ενώ υποτίθεται ότι γράφτηκαν από αυτόπτες (Ματθαίος, Ιωάννης), ο «Ματθαίος» περιγράφει την κλήση του από τον Ιησού στο τρίτο ενικό (Κατά Ματθαίον, 9:9).  
 
«Καὶ παράγων ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον Ματθαῖον λεγόμενον καὶ λέγει αὐτῷ Ἀκολούθει μοι καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ». 
 
Ο δε «Ιωάννης» δεν θα μπορούσε να γράψει το «Κατά Ιωάννην», καθώς ήταν «αγράμματος».  
 
«Θεωροῦντες δὲ τὴν τοῦ Πέτρου παρρησίαν καὶ Ἰωάννου καὶ καταλαβόμενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσιν καὶ ἰδιῶται […]» (Πράξεις, 4:13). 
 
Το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο, θεωρείται το θεολογικότερο ευαγγέλιο. Εκτός από αυτό, είναι κοινώς αποδεκτό ότι μεταξύ των συνοπτικών, υπάρχει εξάρτηση στα κείμενά τους. Το εύλογο ερώτημα είναι γιατί ο αυτόπτης «Ματθαίος» να εξαρτά τις διηγήσεις του από τον μη αυτόπτη «Μάρκο». Ή, γιατί να αναφέρουν και οι τρεις συνοπτικοί την «μεταμόρφωση» - που δεν ήταν μπροστά, αλλά ο «Ιωάννης» που ήταν μπροστά, να μην αναφέρει τίποτα. 
 
γ) Στην πραγματικότητα, δεν ξέρουμε ποιοι έγραψαν τα ευαγγέλια. Αυτά παραδόθηκαν ανώνυμα και αργότερα μπήκαν οι επιγραφές «Κατά Μάρκον» κ.ο.κ., από τους αντιγραφείς. Η πρώτη μαρτυρία που συνδέει τα συγκεκριμένα ονόματα που γνωρίζουμε σήμερα, με τα ευαγγέλια, γίνεται από τον Ειρηναίο της Λυών, 100 με 110 χρόνια μετά την εμφάνισή τους. Όλες οι προηγούμενες σχετικές αναφορές που βρίσκουμε είτε στον Ιουστίνο, είτε στον Αριστείδη, είτε στον Ιγνάτιο, είτε στις «Διδαχές των Αποστόλων» (όλα αυτά κυμαίνονται μεταξύ 100-150), αναφέρονται είτε σε «ευαγγέλιο», είτε σε «ευαγγελική αγία γραφή», είτε σε «απομνημονεύματα των αποστόλων» που λέγονται «ευαγγέλια», χωρίς να αναφέρεται ο συγγραφέας τους. Ο Ειρηναίος υποστηρίζει ότι τέσσερα πρέπει να θεωρούνται τα αυθεντικά ευαγγέλια, διότι τέσσερις είναι και οι μορφές των Χερουβείμ. Όσο άσχετη και αν είναι αυτή η συσχέτιση, ο Ειρηναίος την χρησιμοποιεί περί το 185 στο σύγγραμμά του «Έλεγχος της ψευδωνύμου γνώσεως», όταν στρέφεται κατά των υπόλοιπων χριστιανικών ομάδων, εν ονόματι των πρωτο-ορθοδόξων. 
 
«Οποία ουν η πραγματεία του Υιού του Θεού, τοιαύτη και των ζώων η μορφή, και οποία η των ζώων μορφήν, τοιούτος και ο χαρακτήρ του Ευαγγελίου. Τετράμορφα γαρ τα ζώα, τετράμορφον και το Ευαγγέλιον, και η πραγματεία του Κυρίου» (Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως, ΒΕΠΕΣ τ. 5, σ. 146). 
 
Στο ίδιο σύγγραμμα, γίνεται και η συσχέτιση ευαγγελίου και συγγραφέα για πρώτη φορά. 
 
δ) Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την απόδοση των ευαγγελίων σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενό τους. Για παράδειγμα, έχουμε δύο μαρτυρίες που προέρχονται από ανεξάρτητες πηγές. Μία μη χριστιανική και μία χριστιανική. Τόσο ο Κέλσος στον «Αληθή λόγο» του, όσο και ο Ωριγένης στα «σχόλια εις το κατά Ματθαίον», αναφέρονται σε σκόπιμη αλλοίωση των ευαγγελίων. Ο Κέλσος αναφέρει:  
 
«Ορισμένοι πιστοί, λες και είναι μεθυσμένοι, φθάνουν να αντικρούουν τους εαυτούς τους και αλλάζουν το πρωτότυπο κείμενο του Ευαγγελίου τρεις ή τέσσερις ή περισσότερες φορές και αλλάζουν τον χαρακτήρα του ώστε να έχουν τη δυνατότητα να μην αντιμετωπίσουν δυσκολίες ενώπιον της κριτικής»
 
Ο Ωριγένης, παρότι το αρνείται όταν προσπαθεί να αντικρούσει τον Κέλσο (μετά το θάνατο του δεύτερου), ωστόσο το παραδέχεται σε άλλο έργο του.
 
«Οι διαφορές μεταξύ των χειρογράφων είναι μεγάλες, είτε εξαιτίας της αμέλειας κάποιων αντιγραφέων, είτε λόγω της διεστραμμένης απερισκεψίας κάποιων άλλων. Είτε αμελούν να ελέγξουν αυτό που αντέγραψαν, είτε καθώς ελέγχουν, κάνουν προσθήκες ή αφαιρέσεις, όπου τους αρέσει» (Παρατίθενται στο βιβλίο του Ehrman Bart «Παραφράζοντας τα λόγια του Ιησού», σ. 75-76)
 
Σε αυτά, ας προστεθεί και η μαρτυρία του Πορφύριου, ο οποίος στην κριτική του (από τα λιγοστά αποσπάσματα που έχουν διασωθεί - τα 15 βιβλία του κάηκαν ως «βλάσφημα» με διαταγή του Θεοδοσίου του Β΄ και του Βαλεντινιανού το 448), πολλές φορές αναφέρεται στις αντιφάσεις των ευαγγελίων. 
 
«Οι ευαγγελιστές επινόησαν, δεν εξιστόρησαν, τα γεγονότα που αφορούν τον Ιησού. Πραγματικά, ο καθένας τους, ιδίως σχετικά με τα πάθη, δίνει μια εκδοχή που δεν συμφωνεί αλλά αντιφάσκει προς αυτές των άλλων» (Απόσπασμα 15). 
 
Η σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει τους αρχαίους αυτούς ισχυρισμούς. Αναφέρει ο παγκοσμίως διακεκριμένος ειδικός ερευνητής-επιστήμονας της χειρόγραφης παράδοσης των κειμένων της Καινής Διαθήκης και πρόεδρος του τμήματος θρησκευτικών σπουδών του πανεπιστημίου της Νότιας Καρολίνας, Ehrman Bart: 

«Οι πρόσφατες μελέτες φανερώνουν ότι οι αποδείξεις από τα σωζόμενα χειρόγραφα δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι αντιγραφείς που σχετίζονταν με την ορθόδοξη παράδοση άλλαζαν πολύ συχνά τα κείμενά τους, ορισμένες φορές για να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανότητες της λανθασμένης χρήσης τους από τους χριστιανούς που πίστευαν σε λανθασμένες πεποιθήσεις, και ορισμένες φορές, για να τα προσαρμόσουν περισσότερο στα δόγματα που υιοθετούσαν οι χριστιανοί που είχαν παρόμοιες με αυτούς πεποιθήσεις» («Παραφράζοντας τα λόγια του Ιησού», σ. 77). 
 
Σε άλλο σημείο αναφέρεται: «Υπάρχουν ορισμένα σημεία όπου δεν γνωρίζουμε καν ποιο ήταν το πρωτότυπο κείμενο, σημεία, για παράδειγμα, για τα οποία ιδιαίτερα ευφυείς και εντυπωσιακά μορφωμένοι κριτικοί κειμένου συνεχίζουν να διαφωνούν. Πλήθος ειδικών - για τους λόγους που είδαμε στο κεφάλαιο 2 - έπαψαν ακόμα και να σκέπτονται ότι έχει νόημα να μιλά κάποιος για το πρωτότυπο κείμενο» (ο. π σ. 276). 
 
ε) Σύμφωνα με τον ίδιο καθηγητή, την πρώτη εποχή κυκλοφορούσαν ήδη πολλά ευαγγέλια, παράλληλα με τα τέσσερα που γνωρίζουμε σήμερα.  
 
«Οι χριστιανοί, φυσικά, ενδιαφέρονταν να μάθουν περισσότερα για τη ζωή, τη διδασκαλία, τον θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου τους. Και έτσι, συντάχθηκαν πολλά ευαγγέλια, τα οποία κατέγραφαν τις παραδόσεις που σχετίζονται με τη ζωή του Ιησού. Τέσσερα από αυτά τα ευαγγέλια άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρύτερα. […] Το γνωρίζουμε αυτό, για παράδειγμα, από το ευαγγέλιο του Λουκά, ο συγγραφέας του οποίου αναφέρει ότι γράφοντας τη διήγησή του συμβουλεύθηκε πολλούς που προηγήθηκαν, τα κείμενα των οποίων, προφανώς, δεν σώζονται πλέον» (ο. π. σ. 40-41). 
 
στ) Οι διαφορετικές εκδοχές είναι απολύτως λογικό να προκύπτουν, εφόσον οι χριστιανοί συγγραφείς των ευαγγελίων, καταγράφουν ιστορίες που άκουσαν ή κυκλοφορούσαν στις κοινότητες. Από αυτές, άλλες τις βελτίωναν και άλλες τις άλλαζαν τελείως. Άλλες τις κατασκεύαζαν εκ του μηδενός, όπως η ιστορία με την επ’ αυτοφώρω μοιχαλίδα. Οι ιστορίες μετασχηματίστηκαν κατά την διάρκεια των δεκαετιών, πριν καταγραφούν. Για παράδειγμα, μία βελτίωση είναι η απόδοση κινήτρου στον Ιούδα για την προδοσία, που γίνεται από τον συγγραφέα του «Κατά Ματθαίον», ο οποίος έχει ως βάση του το γραπτό του «Μάρκου». Συγκρίνετε το «Κατά Μάρκον» (14:10-11), όπου ο Ιούδας πάει στους αρχιερείς να παραδώσει τον Ιησού, χωρίς να είναι το κίνητρο τα χρήματα, καθώς οι ίδιοι του τα υπόσχονται, με το «Κατά Ματθαίον» (26:14-16), όπου το κίνητρο είναι τα χρήματα, καθώς ο Ιούδας τα ζητά για τους κάνει την δουλειά. Γενικότερα, μεταξύ των τριών συνοπτικών, υπάρχει εξάρτηση. Αυτό όμως δεν διασφαλίζει την εγγύηση όσων αναφέρουν, όπως νομίζουν οι σύγχρονοι απολογητές. Μάλιστα, επειδή υπάρχει αυτή η εξάρτηση στα γραπτά τους, είναι πιο εύκολο να εντοπίσουμε αυτές τις «βελτιώσεις». Στο ίδιο βιβλίο, ο καθηγητής αφού δίνει αρκετά παραδείγματα, καταλήγει στα εξής:
 
«Το θέμα είναι ότι ο Λουκάς άλλαξε την παράδοση που κληρονόμησε. Οι αναγνώστες ερμηνεύουν εντελώς λανθασμένα τον Λουκά όταν δεν συνειδητοποιούν αυτό - όπως συμβαίνει, για παράδειγμα να υποθέτουν ότι ο Μάρκος και ο Λουκάς λένε, πράγματι, το ίδιο πράγμα για τον Ιησού. Αν δεν λένε το ίδιο πράγμα, τότε δεν είναι σωστό να υποθέτουμε ότι το κάνουν - για παράδειγμα, παίρνοντας όσα λέει ο Μάρκος, και παίρνοντας όσα λέει ο Λουκάς, κατόπιν παίρνοντας όσα λένε ο Ματθαίος και ο Ιωάννης και αναμειγνύοντάς τα όλα μεταξύ τους, οπότε ο Ιησούς λέει και κάνει όλα όσα αναφέρει καθένας εκ των συγγραφέων των ευαγγελίων. […] Όποιος το κάνει αυτό δεν διαβάζει τα ίδια τα ευαγγέλια - φτιάχνει ένα νέο ευαγγέλιο που αποτελείται από τα τέσσερα της Καινής Διαθήκης, ένα νέο Ευαγγέλιο που δεν μοιάζει με κανένα εξ αυτών που έφθασαν στα χέρια μας» (ο. π. σ. 282)
 
Επίσης, «Όταν ο Λουκάς ετοίμαζε το ευαγγέλιό του και χρησιμοποιούσε τον Μάρκο ως πηγή του, δεν είχε πρόθεση απλώς να αντιγράψει τον Μάρκο για τις επόμενες γενιές. Σχεδίαζε να αλλάξει τον Μάρκο βάσει άλλων παραδόσεων που είχε διαβάσει και ακούσει για τον Ιησού» (ο. π. σ. 283). 
 
Το συμπέρασμα λοιπόν από τα ανωτέρω, είναι ότι τα ευαγγέλια δεν είναι σύγχρονα αυτών που καταγράφουν, δεν είναι γραμμένα από τα πρόσωπα που τους τα απέδωσαν πολύ μετά, το περιεχόμενο του κειμένου που είχαν τότε με αυτό που έχουν σήμερα διαφέρει, κυκλοφορούσαν πολλά ευαγγέλια, και η σχέση εξάρτησης αποδεικνύει ότι τελικά οι ίδιοι οι ανώνυμοι χριστιανοί συγγραφείς των ευαγγελίων προσπαθούσαν να τα βελτιώσουν αλλάζοντάς τα σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους, και έτσι δημιούργησαν τις διαφορετικές εκδοχές. 
 
Ο χαρακτήρας των τεσσάρων ευαγγελίων 
 
Τα ευαγγέλια δεν αποτελούν ιστοριογραφία. Ο σκοπός που γράφτηκαν ήταν κυρίως για κατήχηση, άρα θρησκευτικός και θεολογικός. Αυτό το καταλαβαίνουμε από την ίδια την ανάγνωση των ευαγγελίων. Αυτό σημαίνει ότι γράφονται με σκοπό να στηρίξουν στην πίστη τους ακολούθους. Οι ισχυρισμοί των κειμένων αυτών είναι κατά βάση θεολογικής χροιάς, και λιγότερο ιστορικοί. Για αυτό, δεν δίνουν πολλά ιστορικά στοιχεία, και όποτε το κάνουν, το κάνουν έμμεσα και με ανακρίβειες. Για παράδειγμα, ποτέ δεν έγινε παν-ρωμαϊκή απογραφή, στα χρόνια της ηγεμονίας του Κυρήνιου στην Συρία. Έγινε μόνο στην Συρία. 
 
Μάλιστα, έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Και εκεί ακριβώς είναι το θέμα μας. Δεν μας ενδιαφέρει η θεολογία, αλλά η ιστορικότητα όσων παρουσιάζονται. 
 
Εντύπωση μου έκανε αυτό που γράφει ο Φλορόφσκι, ότι «η ενσάρκωσις, η ανάστασις, η ανάληψις είναι ασφαλώς ιστορικά γεγονότα, όχι όμως με την ίδια έννοια και με την ίδια μορφή, που έχουν τα συμβάντα της καθημερινής μας ζωής. Αλλά παρά ταύτα δεν είναι λιγότερο ιστορικά, ούτε λιγότερο πραγματικά. Δεν είναι δυνατό βέβαια να επιβεβαιωθούν πλήρως παρά μόνο δια της πίστεως» (Θέματα ορθοδόξου θεολογίας, σ. 50). 
 
Είναι ιστορικά μεν, αλλά η πλήρης επιβεβαίωση έρχεται με την πίστη. Άνευ πίστεως, ο άνθρωπος παραμένει στην σφαίρα της αβεβαιότητας. Γιατί άραγε να μην επιβεβαιώνονται (και) με την γνώση ή με την ιστορία; Διότι, η ενσάρκωση, η ανάσταση, η ανάληψη, είναι θεολογικοί ισχυρισμοί. Δεν προσεγγίζονται ιστορικώς. Και οι ορθόδοξοι θεολόγοι, ειδικά όσοι ακολουθούν την «πατερική γραμμή», συχνά συμπλέκουν την θεολογική προσέγγιση με την ιστορική. 
 
Ένα παράδειγμα, για να γίνω περισσότερο κατανοητός. Η γέννηση του Ιησού (η ενανθρώπιση του Θείου Λόγου, κατά την θεολογική γλώσσα), είναι κοινή στα ευαγγέλια. Δεν είναι επί του παρόντος να αναλυθεί η διαφορετική θεολογία ως προς την γέννηση ανάμεσα στους ευαγγελιστές, οπότε το αφήνω στην άκρη. Αλλά τι γίνεται από ιστορικής απόψεως; Το κατά Ματθαίον και το «Κατά Λουκάν», διαφωνούν. Ο «Ματθαίος» τοποθετεί την γέννηση του Ιησού δύο χρόνια πριν τον θάνατο του Ηρώδη (άρα περίπου στο 6 π.Χ., βάσει της χριστιανικής χρονολόγησης), και ο «Λουκάς» στην ηγεμονία της Συρίας υπό του Κυρηνίου (άρα περίπου το 7 μ.Χ., βάσει της χριστιανικής χρονολογήσεως). 
 
Αλλά και στο θέμα του θανάτου του Ιησού (το λεγόμενο «Θείο Πάθος»), ως έννοια θεολογική υπάρχει στους ευαγγελιστές. Ιστορικά όμως, υπάρχει διαφωνία μεταξύ συνοπτικών και «Ιωάννη». Στους μεν, πεθαίνει αφού έφαγε το Πασχαλινό δείπνο, στο «Κατά Ιωάννην» πριν φάει. Δηλαδή, στους συνοπτικούς η Παρασκευή είναι 15 Νισάν και στο «Κατά Ιωάννην» είναι 14 Νισάν, άρα έχουμε αναφορά σε δύο διαφορετικές χρονιές. Τόσο η χρονολόγηση της γεννήσεως όσο και του θανάτου του πρωταγωνιστή των ευαγγελίων, μόνο ως λεπτομέρεια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. 
 
Πολυμορφικός Χριστιανισμός 
 
Τελειώνοντας αυτά τα εισαγωγικά βασικά στοιχεία περί των ευαγγελίων, θα ήταν μεγάλη παράληψη αν δεν έδινα το γενικότερο πλαίσιο του χριστιανικού κόσμου, εντός του οποίου κυκλοφορούσαν, όχι μόνο αυτά αλλά πολλά κείμενα ακόμα. Ο Χριστιανισμός, στις μετέπειτα δεκαετίες, άρχισε να αναπτύσσεται παράλληλα με πολλές διαφορετικές μορφές. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί, αρκεί να δούμε τι συμβαίνει στην εποχή μας. Η ανακάλυψη και η μελέτη των καλώς κρυμμένων κειμένων στην έρημο του Ναγκ Χαμαντί, αποκαλύπτει νέα πράγματα για το ξεκίνημα της χριστιανικής κινήσεως και των πολλών μορφών της. Και αυτό έχει αποδειχτεί μέσα από την επιστημονική έρευνα. Η Elaine Pagels (δόκτωρ του Χάρβαρντ με ειδικότητα στην ιστορία και στις κλασικές σπουδές), στο βραβευμένο βιβλίο της «Τα Γνωστικά ευαγγέλια», υποστηρίζει ότι «διαφορετικές μορφές Χριστιανισμού άνθισαν τα πρώτα χρόνια του χριστιανικού κινήματος. Εκατοντάδες αντίπαλοι δάσκαλοι διακήρυσσαν πως πρέσβευαν το αληθινό δόγμα του Χριστού και αλληλοαποκηρύττονταν ως απατεώνες» (σ. 54)
 
Οι ερευνητές μέχρι την ανακάλυψη αυτών των κειμένων, είχαν τις ενδείξεις. Όμως, μετά την ανακάλυψη και την μελέτη, έχουν πλέον αποδείξεις. «Τα ευρήματα του Ναγκ Χαμαντί έφεραν στην επιφάνεια θεμελιώδη ζητήματα. Υποστηρίζουν ότι ο Χριστιανισμός, ενδεχομένως, να είχε κινηθεί προς εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις - ή ότι ο Χριστιανισμός, όπως τον γνωρίζουμε, να μην είχε επιβιώσει καθόλου» (ο. π. σ. 227). Όμως, «τα κείμενα του Νάγκ Χαμαντί, και άλλα παρόμοια, που κυκλοφορούσαν στις αρχές της χριστιανικής εποχής, αποκηρύχθηκαν ως αιρετικά από τους ορθόδοξους χριστιανούς στα μέσα του δευτέρου αιώνα. Γνωρίζουμε από καιρό πως πολλοί από τους πρώτους οπαδούς του Χριστού είχαν καταδικαστεί από άλλους χριστιανούς ως αιρετικοί, ωστόσο, σχεδόν όλα όσα γνωρίζαμε γι’ αυτούς προέρχονταν από όσα έγραφαν οι αντίπαλοί τους καταφερόμενοι εναντίον τους» (ο. π. σ. 21). Στην πραγματικότητα, όλα όσα προβάλλουν οι σύγχρονοι απολογητές ως «γνήσιο» Χριστιανισμό, «γνήσια» πίστη, «[…] αντιπροσωπεύει μόνο μία μικρή συλλογή συγκεκριμένων πηγών, επιλεγμένων ανάμεσα σε δεκάδες» (ο. π. σ. 43). 
 
Γιατί είναι παραπλανητική η εναρμόνιση των ευαγγελίων 
 
Έχοντας όλα τα παραπάνω κατά νου, μπορούμε εύκολα να απαντήσουμε το γιατί. 
 
1. Τα ευαγγέλια δεν γράφτηκαν ως μέρος κάποιου εναρμονισμένου συνόλου. Ακόμα και ο κανόνας στον οποίο εντάχθηκαν πολύ αργότερα, δεν αποτελείται από βιβλία άνευ αντιφάσεων. 
 
2. Οι συγγραφείς τους δεν είναι αυτόπτες των όσων καταγράφουν. 
 
3. Οι συγγραφείς είναι διαφορετικοί, με διαφορετικές νοοτροπίες, ακόμη και με διαφορετικές θεολογικές απόψεις. 
 
4. Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι οι συγγραφείς προσπάθησαν να «βελτιώσουν» τις ιστορίες με βάση το δικό του σκεπτικό ο καθένας, με αποτέλεσμα τις διαφορετικές εκδοχές. Συνεπώς, η σχέση αλληλοεξάρτησης των κειμένων των τριών συνοπτικών, δεν εξυπηρετεί την εναρμόνιση των αφηγήσεων όπως θα ήθελαν οι σύγχρονοι απολογητές. Μάλλον το αντίθετο δείχνει, είτε επεξεργάζονται την ίδια ιστορία, είτε διαφορετικές. 
 
5.Οι συγγραφείς απευθύνονται σε διαφορετικές κοινότητες, το δε «Κατά Λουκάν» απευθύνεται σε μεμονωμένο πρόσωπο, για την θρησκευτική του κατήχηση. Ως εκ τούτου, αν και δεν αποτελούν «ιστοριογραφία», αυτά που αφηγούνται (όσα κρίνει ο έκαστος συγγραφέας) είναι ολοκληρωμένα χωρίς να έχουν ανάγκη συμπληρώσεως. 
 
6. Επιπλέον, γράφονται σε διαφορετικές εποχές. Οι συγγραφείς τους, δεν είχαν κανέναν λόγο να καταγράφουν αυτό που θεωρούν σημαντικό, δίνοντας όμως ελλιπείς πληροφορίες. Άλλο πράγμα είναι αυτό, και άλλο η παράλειψη. Η παράλειψη κάποιων περιστατικών δικαιολογείται, όχι όμως πάντα (παραπάνω κάναμε λόγο για το περιστατικό της «μεταμορφώσεως» που καταγράφεται μόνο από τους μη αυτόπτες, ενώ ο «αυτόπτης» δεν κάνει μνεία). Παρ’ όλα αυτά, τουλάχιστον ένας συγγραφέας, υποστηρίζει ρητά ότι τα γράφει όλα. Είναι ο συγγραφέας του κατά Λουκάν, και το αναφέρει τόσο στο ευαγγέλιο όσο και στις «Πράξεις των Αποστόλων». Στο προοίμιο του κατά Λουκάν, ο συγγραφέας απευθυνόμενος σε κάποιον Θεόφιλο, του γράφει: 
 
«Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου ἔδοξεν κἀμοὶ παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς καθεξῆς σοι γράψαι κράτιστε Θεόφιλε ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν» (1:1-4). 
 
Δηλαδή, θα του γράψει τα πάντα και με ακρίβεια, για να έχει επίγνωση της πραγματικότητας όσων κατηχήθηκε ο Θεόφιλος. Στις «Πράξεις», αναφέρει πάλι στο προοίμιο:  
 
«Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων ὦ Θεόφιλε ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν» (1:1).
 
Ο πρώτος λόγος, είναι το πρώτο βιβλίο που του έστειλε, το ευαγγέλιο. Αν ο Λουκάς ισχυρίζεται ότι περιλαμβάνει τα πάντα στο ευαγγέλιό του, και μάλιστα με ακρίβεια, άρα δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή εναρμονίσεως. 
 
7. Η εναρμόνιση προϋποθέτει ότι τα εναρμονιζόμενα μέρη ολοκληρώνουν μια εικόνα. Όταν όμως έχουμε διαφορετικές εκδοχές, δεν μπορούμε να μιλάμε για εναρμόνιση. Για παράδειγμα, το πρώτο ευαγγέλιο, το «Κατά Μάρκον», αρχίζει ως εξής: «Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» (1:1). Και η αρχή των διηγήσεων τοποθετείται από την βάπτιση στον Ιορδάνη υπό του Ιωάννου του Βαπτιστού. Δεν θα έπρεπε να αναφερθεί στην γέννηση από την παρθένο; Το παραλείπει. Δεν είναι σπουδαίο; Ο συγγραφέας όμως είναι ξεκάθαρος, ότι ξεκινά από την αρχή. Σαν να μην υπάρχει κάτι άξιο αναφοράς για την γέννηση και για τα γεγονότα περί της γεννήσεως. Δεν είναι σημαντικό πρόσωπο η Θεοτόκος; Δεν είναι σημαντικός ο προστάτης της, ο Ιωσήφ; Δεν είναι σημαντικό γεγονός η σφαγή των νηπίων; Όλα αυτά που γράψαμε, θα φανούν καθαρά στην πράξη, όταν θα εξετάσουμε τι λένε τα τέσσερα ευαγγέλια για το ίδιο γεγονός, και πως γίνεται η αλλοίωση στα επί μέρους ευαγγέλια, όταν επιχειρήσουμε να τα εναρμονίσουμε, κατά την τακτική των σύγχρονων απολογητών. Επίσης, θα κάνουμε συγκρίσεις με τον Παύλο, ο οποίος προηγείται των ευαγγελίων χρονολογικά, και θεωρείται ως ο πρώτος χριστιανός συγγραφέας του οποίου διαθέτουμε γραπτά. 
 

Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

Τα ονόματα του Παύλου



Ως γνωστόν ο «απόστολος των εθνών» εμφανίζεται στις Πράξεις των Αποστόλων με τρία διαδοχικά ονόματα. Το εβραϊκό Σαούλ, το ελληνικό Σαύλος και το λατινικό Παύλος. Χρειάζεται άραγε να σημειώσουμε ότι την τακτική της χρήσης πολλών ονομάτων την συνήθιζαν κατά την αρχαιότητα, αλλά και στις μέρες μας, οι κακοποιοί ώστε να αποφεύγουν τον εντοπισμό και την σύλληψή τους από τις αρχές; Ας αποφύγουμε για την ώρα αυτόν τον συλλογισμό.

Τρία λοιπόν τα ονόματα του εν λόγω προσώπου: Σαούλ, Σαύλος, Παύλος. Οι ρασοφόροι λατρευτές του σήμερα, καθώς και οι θεολόγοι, συνηθίζουν να παρουσιάζουν τα τρία αυτά ονόματα ως ταυτόσημα. Το «Σαούλ», λέει, είναι το αρχικό εβραϊκό όνομα του προσώπου, που εξελληνίστηκε στην συνέχεια ως «Σαύλος» και εκλατινίστηκε τελικά ως «Παύλος». 
 
Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς. Τα τρία αυτά ονόματα δεν είναι ταυτόσημα. Πρόκειται για ονόματα εντελώς διαφορετικά. Άλλο δηλαδή όνομα είναι ο Σαούλ, άλλο ο Σαύλος και άλλο ο Παύλος. Και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν το ένα μετάφραση του άλλου. Το καθένα διαθέτει την δική του ιδιαίτερη σημασία.

Σαούλ

Το εβραϊκό κύριο όνομα Σαούλ (όπου το Σ προφέρεται παχύ όπως το αγγλικό Sh) είναι πανάρχαιο και σημαίνει κυριολεκτικά «αυτός που ζητήθηκε με ικεσία» (Nouveau Dictionnaire Hebreu-Francais, Achiasaf et Yahneh, Jerusalem, 1970). Το συναντάμε στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης ως όνομα του πρώτου άντρα που «χρίστηκε» βασιλιάς του Ισραήλ. Με άλλα λόγια ο βιβλικός Σαούλ - εφόσον «χρίστηκε» - υπήρξε ο πρώτος «χριστός» της ιουδαϊκής ιστορίας και όποιος στην συνέχεια έφερε το όνομά του, θα μπορούσε να καλλιεργήσει παρόμοιες φιλοδοξίες. [...]
 
Σαύλος

Ας περάσουμε τώρα στην ελληνική λέξη «Σαύλος», η οποία όμως δεν είναι, ούτε υπήρξε ποτέ κύριο ελληνικό όνομα αλλά επίθετο. Παράγεται από το ρήμα «αύω», το οποίο σημαίνει «ανάβω, ερεθίζω».
 
Από το επίθετο αυτό παράγονται τα ρήματα «σαυλόομαι» που σημαίνει «κουνιέμαι με θηλυπρέπεια» και «σαυλοπρωκτιάω», που σημαίνει «κουνάω τα οπίσθιά μου με θηλυπρέπεια», αλλά και το ουσιαστικό «σαύλωμα», που σημαίνει «θηλυπρεπές κούνημα». Ο «σαύλος» λοιπόν είναι αυτός που «ανάβει» και «ερεθίζει» τους άλλους. Κατά συνέπεια «σαύλος» είναι ο... «προκλητικά θηλυπρεπής»!
 
Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ, για να διασταυρώσει αυτή την πληροφορία. Αρκεί να ξεφυλλίσει οποιοδήποτε αξιοπρεπές λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας για να διαπιστώσει του λόγου το αληθές. Σήμερα βέβαια το επίθετο «σαύλος» δεν σημαίνει τίποτα στα νέα ελληνικά, κι έτσι εύκολα περνάει στο απληροφόρητο «ποίμνιο» η διδασκαλία των ρασοφόρων και των θεολόγων ότι δήθεν το όνομα «Σαύλος» είναι πιστή μετάφραση του εβραϊκού «Σαούλ». Στα αυτιά όμως των Ελλήνων του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα, το άκουσμα του ονόματος «Σαύλος», μάλλον προκαλούσε μειδιάματα, όσο κι αν η ομοφυλοφιλία αποτελούσε καθεστώς κατά την ρωμαιοκρατία και πολύ συχνά ακόμη και αυτοκράτορες παντρεύονταν με τους αγαπημένους τους. [...]
 
Παύλος
 
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει το περίφημο Λατινο-Ελληνικό Λεξικό του Στέφανου Κουμανούδη, η λέξη «paulus» ή «paullus» έχει δύο ορθογραφίες, με ένα ή με δύο «l» και ετυμολογείται από το επίθετο «parvus» που σημαίνει «μικρός, μικρόσωμος, κοντός».
 
Όπως λοιπόν το επίθετο «Κοντός» χρησιμοποιείται στα νέα ελληνικά ως οικογενειακό όνομα, έτσι ακριβώς συνέβαινε και στα λατινικά και η καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό είναι το όνομα του Ρωμαίου ύπατου Λούκιου Αιμίλιου Παύλου, ο οποίος έζησε κατά τον 2ο πχ αιώνα και το 168 πχ στην περίφημη μάχη της Πύδνας συνέτριψε τον τελευταίο βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα και διέλυσε το μακεδονικό βασίλειο. [...]
 
Μετά από την σχετική διερεύνηση διαπιστώνεται λοιπόν ότι τα τρία ονόματα του «ισαπόστολου» όχι μόνον δεν είναι το ένα μετάφραση του άλλου, όπως ψευδώς ισχυρίζονται ρασοφόροι και θεολόγοι, αλλά υπάρχει και μια τεράστια σημασιολογική διαφορά ανάμεσα στο βασιλικό εβραϊκό όνομα Σαούλ (= αυτός που ζητήθηκε με ικεσία), στον ευτελή ελληνικό χαρακτηρισμό Σαύλος (= προκλητικός θηλυπρεπής) και στο λατινικό οικογενειακό επίθετο Παύλος (= κοντός)...
 
Ο Σαούλ-Παύλος στην Ελλάδα, σελ. 30-35 
 
ΣΧΟΛΙΟ: Ο συγγραφέας των Πράξεων, ξεκινώντας από το κεφάλαιο 7 όπου περιγράφει τον λιθοβολισμό του Στεφάνου στον οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά ο Παύλος, χρησιμοποιεί συστηματικά το όνομα Σαύλος. Μετά από πολλά κεφάλαια, και χωρίς άλλη εξήγηση, γράφει ξαφνικά ότι ο Σαύλος λεγόταν και Παύλος (13:9):
 
Σαῦλος δέ, ὁ καὶ Παῦλος, πλησθεὶς Πνεύματος ἁγίου καὶ ἀτενίσας πρὸς αὐτὸν

Κατόπιν χρησιμοποιεί το όνομα Παύλος για το υπόλοιπο του έργου. Όλη αυτή η σύγχυση με τα ονόματα δείχνει ότι η ιστορία του Παύλου όπως έχει παραδοθεί δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ότι υπήρξε κάποιος Σαούλ, μαθητής του Γαμαλιήλ, ο οποίος αποστάτησε και από διώκτης των χριστιανών έγινε ο πιο ένθερμος απόστολος. Το μοναδικό ιστορικό πρόσωπο που ταιριάζει με τον ονομαζόμενο Παύλο είναι ο Απολλώνιος.

Ταξίδια μ’ έναν Απόστολο

 


Ο Σαύλος της Ταρσού - ένας αυτόπτης του Ιησού;
 
Πληροφορούμαστε από τις Πράξεις ότι η αρχική ιδιότητα του Αγίου Παύλου ήταν αυτή του «Σαύλου, του διώκτη των Χριστιανών». Ακόμη κι αν ο Σαύλος ήταν πράγματι ζηλωτής του Ορθόδοξου Ιουδαϊσμού την περίοδο του λιθοβολισμού του Στεφάνου, (Πράξεις 7.58-8.3), και αναδείχθηκε ως ο αρχιδιώκτης των Χριστιανών, δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε που ήταν ο Σαύλος, λίγο νωρίτερα, όταν ο φερόμενος ριζοσπάστης ραβίνος ονόματι Ιησούς ξεσήκωνε πόλεις και χωριά;  

 
Ο ρόλος του θρησκευτικού αστυνόμου στον Παύλο δεν φαίνεται να αφυπνίσθηκε μέχρι τις παραμονές του θανάτου του θεανθρώπου. Αυτή καθ’ εαυτή η διαπίστωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εμφάνιση του Ιησού από την Ναζαρέτ δεν ήταν κάτι ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Εν πάση περιπτώσει, ο Σαύλος ήταν σύγχρονος και συντοπίτης του Ιησού, μεγάλωσε στα Ιεροσόλυμα (στα πόδια του Γαμαλιήλ - Πράξεις 22.3) την ίδια ακριβώς περίοδο που ο θεάνθρωπος ανέτρεπε τους πάγκους των εμπόρων στον περίβολο του ναού και γενικά προκαλούσε Φαρισαίους και Σαδδουκαίους.
 
Κι αν τα πράγματα ήταν έτσι δεν θα διέσχιζε ο Σαύλος, αυτός ο νεαρός θερμοκέφαλος θρήσκος, τα πλήθη για να στριμώξει με ερωτήσεις, να αποδοκιμάσει και να επιτεθεί στον ίδιο τον Ναζωραίο; Δεν θα ήταν ένας ενθουσιώδης μάρτυς κατηγορίας για βλασφημία του Ιησού ενώπιον του Συνεδρίου; Και επί τέλους πού ήταν κατά την «εβδομάδα των παθών»; Σίγουρα στα Ιεροσόλυμα μαζί με άλλους ζηλωτές γιορτάζοντας την ιερότερη των εορτών. Και παρόλα αυτά στα γραπτά του δεν αναφέρει λέξη για την σταύρωση…
 
Ο Παύλος, ένας ακόμη «αυτόπτης Μάρτυρας του Ιησού», που δεν είδε ούτε άκουσε τίποτε! 
 
Δύο Παύλοι - Μια ψευδαίσθηση 
 
Ο πρωτοπόρος Χριστιανός ιεραπόστολος, ο Άγιος Παύλος, δεν εμφανίζεται σε καμιά μη θρησκευτική ιστοριογραφία του αιώνα του (ούτε στον Τάκιτο, ούτε στον Πλίνιο, ούτε στον Ιώσηπο, κλπ). Παρότι, όπως τουλάχιστον διηγούνται, συμμετείχε σε συνοδείες επαρχιακών κυβερνητών και είχε ακροάσεις μπροστά σε βασιλιάδες και αυτοκράτορες, γεγονότα που δεν θεωρήθηκαν άξια να καταγραφούν σε κανένα κείμενο. Η δημοφιλής εικόνα του αγίου διαμορφώνεται ξεχωριστά από δύο πηγές: το Βιβλίο των Πράξεων και τις Επιστολές που φέρουν το όνομά του. Κατά περίεργο τρόπο οι δύο πήγες περιγράφουν δύο ριζικά αντίθετα άτομα και παρέχουν δύο ευρύτατα αποκλίνοντα ιστορικά. Οι μελετητές της Βίβλου αν και υπερβολικά οικείοι με τον γρίφο αυτών των δύο ασύμβατων αφηγήσεων, μιας σταχυολογημένης από τις επιστολές και μίας καταγεγραμμένης στις Πράξεις, αρκούνται απλώς στο να αποδεχθούν ένα «ιερό μυστήριο». Μακριά απ’ αυτούς το ενδεχόμενο ο όλος μύθος να είναι ένα έργο ευσεβούς λογοτεχνίας.
 
Οι πράξεις
 
Ο Παύλος των Πράξεων είναι ένας ομαδικός παίκτης. Ο προσηλυτισμός του στον δρόμο για την Δαμασκό είναι τόσο σημαντικός που επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Από το προηγούμενο καθεστώς πλάνης (ως «Σαύλος», ο διώκτης Εβραίος Ζηλωτής) μεταφέρθηκε στην στοργική αγκαλιά της νεογέννητης τότε εκκλησίας.
 
Τώρα ως μέλος των Αδελφών («με τους ερχόμενους και αποχωρούντες από τα Ιεροσόλυμα» 9.28), αυτός «διοικείται» από τους πρεσβύτερους. Μαθητές «τον παίρνουν» από την Δαμασκό (9.25) και ο Βαρνάβας τον «μεταφέρει» στους αποστόλους (9.27). Αυτοί τον «μετέφεραν» στην Καισάρεια και μετά «τον έστειλαν» στην Ταρσό. Ο Βαρνάβας «έφερε» τον Παύλο στην Αντιόχεια (11.30) και μετά «εστάλη» μαζί του στα Ιεροσόλυμα προς ανακούφιση του λιμού – (όπως φαίνεται, μια επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα εντελώς άγνωστη στον ίδιο τον Παύλο).
 
Τελικά οι Αδελφοί «στέλνουν» τον Παύλο στο πρώτο ιεραποστολικό του ταξίδι (13.4). Ως ιεραπόστολος, ο Παύλος είναι ως επί το πλείστον στην συλλογική γραμμή: 
 
«Και καθώς διέσχιζαν τις πόλεις παρέδιδαν τις αποφάσεις που έπρεπε να τηρούν όπως θεσπίστηκαν από τους αποστόλους και τους πρεσβύτερους που ήσαν στα Ιεροσόλυμα. Και έτσι ιδρύθηκαν οι εκκλησίες.» Πράξεις, 16.4, 5.
 
Από την Θεσσαλονίκη, ο Παύλος «φυγαδεύτηκε» από τους αδελφούς στην Βέροια (17.10). Επίσης «φυγαδεύτηκε» μέσω θαλάσσης και «μεταφέρθηκε» στην Αθήνα (17.14, 15). Στις Κεχριές, ο Παύλος παίρνει ακόμα και ιουδαϊκό όρκο και ξυρίζει το κεφάλι του! (18.18). 
 
Παρότι το όνομά του αναφέρεται στις πράξεις 177 φορές, το «Παύλος» δεν συνταιριάζεται ποτέ με το τιμητικό «Απόστολος». Το πλησιέστερο που φτάνουν οι Πράξεις στο να του απονείμουν τον τίτλο είναι στο 14.4 όπου το όνομά του ακολουθεί μετά τον Βαρνάβα και χρησιμοποιείται πληθυντικός. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο Παύλος είναι μια οντότητα αρκετά ξεχωριστή, και υπαινικτικά υποδεέστερη από τους αποστόλους. Η παράβλεψη είναι αξιοπρόσεκτη, δεδομένου ότι οι Πράξεις υποτίθεται ότι γράφτηκαν από τον Λουκά, σύντροφο και θαυμαστή του Παύλου. 
 
Επιστολές 
 
Σε πλήρη αντίθεση, ο Παύλος των επιστολών είναι πομπωδώς αυτόνομος, δεν εκπροσωπεί κανέναν πλην του εαυτού του και δεν βρίσκεται κάτω από οποιαδήποτε καθοδήγηση. Είναι ο Παύλος που καθοδηγεί. Σίγουρος για την αξία του ο Παύλος, σ’ όλες τις επιστολές του επικεντρώνεται στο ότι αυτός είναι απόστολος και ότι η ανακήρυξή του εκπορεύεται ευθέως από το θείο. Η «απόδειξη» περί αυτού είναι η δική του ιεραποστολική επιτυχία (βλ. προς Κορινθίους Β΄ 2, 3) – ένα επιχείρημα αμφίβολης αξίας χρησιμοποιούμενο μέχρι σήμερα από την εκκλησία. Κοίτα την επιτυχία μας. Δεν μπορεί παρά να έχουμε δίκιο!
 
Ο Παύλος ποτέ δεν αναφέρεται στην μεταστροφή του στον «Δρόμο προς την Δαμασκό» ούτε και σε καταγωγή του από την Ταρσό (ο Ιερώνυμος γράφει ότι ο Παύλος ήταν από την Γαλιλαία!). Δεν αναφέρεται στην Κύπρο και την μάχη με κάποιον αντίπαλο μάγο, ούτε κάνει καμιά αναφορά στο έδικτο του Ιακώβου για τις διατροφικές απαγορεύσεις και την πορνεία. Ο Παύλος παρουσιάζεται σαν να μη χρωστά τίποτα σε κανέναν. Σαν ένας δύστροπος νταής, δεν συγχωρεί όποιον δεν ασπάζεται την άποψή του. Έτσι μόλις χάνει την υποστήριξη του Πέτρου και του Βαρνάβα στο θέμα της κοινής εστίασης με Εθνικούς, ο Παύλος επιπλήττει δημοσίως τον Πέτρο και γράφει ότι υποχώρησε από φόβο και ότι και ο Βαρνάβας αφελώς «παρασύρθηκε» (Προς Γαλάτας, 2.12, 13). 
 
Ο αβάσιμος Παύλος 
 
Είναι περίεργο ότι κανένα ραβινικό γραπτό του 1ου ή ακόμα περισσότερο του 2ου αιώνα δεν αναφέρεται σε κάποιον αποστάτη μαθητή του Γαμαλιήλ ο οποίος, έχοντας σπουδάσει δίπλα στον δάσκαλο και επιβάλει με σφοδρότητα την ορθοδοξία για λογαριασμό του ανωτέρου κλήρου, βίωσε ένα καθοριστικό όραμα σε μια αποστολή. Ούτε λέξη από τους ραβίνους για τον χαρισματικό μαθητή που «πήρε τον κακό δρόμο», τον αιρετικό που απέρριψε τις απαγορεύσεις του Σαββάτου, παρότρυνε τους οπαδούς του να παραβλέψουν τους ενοχλητικούς διαιτητικούς κανόνες και αποφάνθηκε ότι ο Νόμος και η περιτομή είναι ξεπερασμένα. Σίγουρα ένας τέτοιος αποστάτης δεν θα μπορούσε να διαφύγει τελείως της προσοχής των γραφών; 
 
Πόσο πιθανό είναι να έχει πράγματι μαθητεύσει ο Παύλος δίπλα στον Φαρισαίο ευγενή (Πράξεις 22.3); Ο Παύλος είχε σαφώς δυσκολία με την εβραϊκή γλώσσα: όλες οι αναφορές του στις γραφές είναι από την ελληνική μετάφραση των ιουδαϊκών γραφών, την μετάφραση των Εβδομήκοντα.
 
Πόσο πιθανό είναι, ένας νεαρός άνδρας σαν τον υποτιθέμενο Ρωμαίο πολίτη Παύλο προερχόμενο μάλιστα από την ελληνιστική διασπορά, να ανέλαβε υπηρεσία αρχιαστυνόμου των υπερορθοδόξων της Ιερουσαλήμ; Και αν πράγματι ο Παύλος είχε διασφαλίσει τέτοια θέση, θα είχε πολύ σπουδαιότερα πράγματα να κάνει από το να ασχολείται με μια μικροσκοπική «ομάδα του Ιησού» στην Δαμασκό. Μαθαίνουμε στις Πράξεις ότι οι απόστολοι συνέχισαν να κηρύσσουν στα Ιεροσόλυμα ακόμη και μετά το θάνατο του Στεφάνου. («σκορπίσθηκαν όλοι στο εξωτερικό… πλην των αποστόλων.» Πράξεις 8.1, 2). Γιατί λοιπόν να μην κυνηγήσει ο Παύλος τους αρχηγούς, που ήταν πιο κοντά;
 
«Τίποτε στις επιστολές του δεν υπονοεί ότι ο Παύλος είχε οποιαδήποτε επίσημη εντολή για την συμπεριφορά του προς τους Χριστιανούς… έτσι σ’ αντίθεση μ’ αυτά που λέει ο Λουκάς, δεν θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει συλλήψεις, βασανιστήρια ή φυλακίσεις ως μέσα εξαναγκασμού των Χριστιανών ώστε να αναγνωρίσουν ότι είχαν παραπλανηθεί.» – Murphy O’ Connor, Paul, His History, σ. 19 
 
Δεδομένου δε ότι και το Ανώτατο Ιουδαϊκό Συμβούλιο (το Σανχεντρίν) δεν είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτήσει έναν κυνηγό αιρέσεων να επιχειρήσει στην ανεξάρτητη πόλη της Δαμασκού, το ταξίδι του Παύλου γίνεται όλο και πιο απίθανο.
 
Προσήλυτος;
 
Πόσο πιθανό είναι ο Σαύλος/Παύλος να προσηλυτίστηκε ένα ή δύο χρόνια μετά την σταύρωση (ο Ειρηναίος λέει δεκαοκτώ μήνες); Εάν ήταν όντως ένας πρόωρος ζηλωτής του Ιουδαϊσμού που παρέμενε ανεπηρέαστος από τις περιοδείες και τις θαυματουργές πράξεις του ίδιου του Θεανθρώπου (λίγο πριν από το υποτιθέμενο «θαύμα» της τύφλωσης) πώς συνέβη, αυτός ειδικά, να είναι τόσο έτοιμος να ασπασθεί την αίρεση; Τα τέσσερα ευαγγέλια ούτε αναφέρουν ούτε καν κάνουν κάποια νύξη για κάποιον πρωτοστάτη απόστολο ονόματι Παύλο. 
 
Υπάρχει ακόμη κι εκείνη η περίεργη παραλληλία μεταξύ του φερομένου «διωκτικού» λόγου ειπωμένου από τον ουράνιο Χριστό  προς τον τυφλωμένο Παύλο (Σαούλ, Σαούλ…) και του διωγμού του Διονύσου που βρίσκουμε στο έργο του Ευριπίδη «Βάκχες» και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιείται η λέξη «κέντρα»
 
Εάν ο Παύλος (Σαύλος) πράγματι είχε αποστατήσει στο σημείο να ασπαστεί (ή και να εγκαθιδρύσει) μια ριζικά νέα σέκτα, πώς γίνεται οι ραβίνοι να μην είχαν αναθεματίσει το όνομά του; Αναμφίβολα, οι Ιουδαίοι Χριστιανοί (Εβιονίτες) καταδίκασαν τον Παύλο, και το έκαναν μάλιστα με τους σκληρότερους όρους φθάνοντας να ισχυρισθούν ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένας δυσαρεστημένος Έλληνας προσήλυτος, του οποίου το πάθος απορρίφτηκε από την κόρη του Αρχιερέα (Επιφάνιος, Πανάριον, 16). Ο ισχυρισμός όμως αυτός διατυπώθηκε τον 2ο αιώνα, πολύ αργότερα από την όποια ζωή ή τον θάνατο του αποστόλου.
 
Ο «διωγμός» της πρώτης εκκλησίας φαντάζει ένα όλως διόλου απίθανο κατασκεύασμα διότι μόλις ο Σαούλ, ο «καταστροφέας των αγίων», μεταμορφώνεται σε απόστολο Παύλο, και φυγαδεύεται από τους αδελφούς για ασφάλεια στην Καισαρεία και στο σπίτι του στην Ταρσό, ο διωγμός σταματά απότομα. Οι «διωγμός» είναι εξ ολοκλήρου παράσταση ενός ανδρός. 
 
«Αἱ μὲν οὖν ἐκκλησίαι καθ᾿ ὅλης τῆς Ἰουδαίας καὶ Γαλιλαίας καὶ Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην οἰκοδομούμεναι καὶ πορευόμεναι τῷ φόβῳ τοῦ Κυρίου, καὶ τῇ παρακλήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπληθύνοντο.» – 9.31
 
Όλος ο προχριστιανικός «Σαύλος, η μάστιγα της Εκκλησίας» δεν βγάζει κανένα νόημα ως ιστορία βγάζει όμως τεράστιο νόημα ως θεολογία. «Ζηλωτής Ιουδαίος που βλέπει το φως του Ιησού, γίνεται Χριστιανός.» Η θεολογική σκοπιμότητα είναι τόσο προφανής όσο ότι η ιστορική βινιέτα είναι κατασκευασμένη.
 
Οι «δολοφονικοί Ιουδαίοι» της Δαμασκού 
 
Πόσο πιθανή είναι «η απόδραση με καλάθι» από την Δαμασκό (Πράξεις 9:25); Συνήθως, τα καλάθια που κατεβάζονταν με σχοινιά χρησιμοποιούνταν από κατοίκους διαμερισμάτων για να αγοράσουν ψωμί από πλανόδιους πωλητές, κατεβάζοντάς τα πρώτα με την πληρωμή και κατόπιν ανεβάζοντας τα με το καρβέλι τους. Αλλά καλάθι ανθρώπινων διαστάσεων; Και γιατί δεν μπορούσε ο Παύλος απλά να κατεβεί με το σχοινί όπως ένας κανονικός άνθρωπος;
 
Και από ποιους δραπέτευε ο Παύλος; Σύμφωνα με την «δική» του μαρτυρία (Κορινθίους Β΄ 11.32, 33) από τον «κυβερνήτη υπό τον βασιλιά Αρέτα». Ο Αρέτας ο ΙV ήταν ο Ναβαταίος μονάρχης που κυβέρνησε μια αχανή περιοχή από την πρωτεύουσά του την Πέτρα, αν και ο Παύλος δεν εξηγεί γιατί ο Αρέτας βάλθηκε να τον πιάσει.
 
Αντίθετα οι Πράξεις, συμβατές με την έχθρα τους προς τους «Ιουδαίους», μας λένε ότι ήταν Ιουδαίοι με δολοφονικές προθέσεις (Πράξεις 9.23, 24). Γιατί ήταν οι Ιουδαίου τόσο δολοφονικοί; Η όποια φήμη είχε ο Παύλος μεταξύ των Ιουδαίων θα έπρεπε να ήταν αυτή του επιβολέα του Ιουδαϊσμού, όχι του Χριστιανού αιρετικού. Η ισχνή εξήγηση που δίνουν οι Πράξεις είναι ότι ο προσήλυτος Σαύλος είχε «αναστατώσει» με τον Χριστό του τους Ιουδαίους στην συναγωγή. Προφανώς, αυτό απετέλεσε γι’ αυτούς ένα επαρκές αίτιο προκειμένου να οργανώσουν δολοφονία και να προσέχουν τις πύλες της πόλεως (και υπήρχαν τουλάχιστον επτά) «μέρα και νύχτα» - μια υπολογίσιμη επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό. Ο Ο’ Connor θέτει ένα λογικό ερώτημα:
 
«Γιατί θα έπρεπε οι Ιουδαίοι να προσέχουν τις πύλες όταν θα τους ήταν πανεύκολο να βρουν πού ζούσε ο Παύλος και να κανονίσουν ένα 'ατύχημα' εκεί;» – O’ Connor, A Critical Life, σ. 6
 
Αντιμέτωπος με τέτοια εχθρότητα από τους λίγο πριν ομοθρήσκους του, πόσο εύλογο φαίνεται ο νεοφώτιστος Παύλος, προσηλυτισμένος μάλιστα μέσα από μια συγκλονιστική εμπειρία που του άλλαξε την ζωή, αντί να πάει να συναντήσει τους επίγειους συντρόφους του νεοαποκτηθέντα Κυρίου του να σηκωθεί και να φύγει για την «Αραβία» για τρία χρόνια μια «Αραβία» η οποία μόλις τον είχε διώξει από την Δαμασκό; 
 
Δεν θα ζητούσε ασφάλεια δίπλα στους αδελφούς Χριστιανούς; Δεν θα λαχταρούσε να μιλήσει με την εν ζωή μητέρα του Σωτήρα, να επισκεφθεί τα μέρη όπου ο Ιησούς έκανε τα θαύματά του, να ακολουθήσει το μονοπάτι του Γολγοθά και να συλλογιστεί στο σημείο όπου ο Κύριός του υπέφερε τα πάθη του; (Θα μπορούσε ο Παύλος να μην κάνει τίποτε απ’ όλα αυτά επειδή η παρθενογένεση, οι θαυματουργές πράξεις και η γήινη σταύρωση δεν είχαν ακόμη προστεθεί στην ιστορία;;!!) 
 
Το Συνέδριο των Ιεροσολύμων; 
 
Στο κεφάλαιο 15 των Πράξεων αναφέρεται ότι η «μακρά παραμονή» του Παύλου στην Αντιόχεια η οποία ακολούθησε το πρώτο του ιεραποστολικό ταξίδι διακόπτεται από τους «νομιμόφρονες» από την Ιουδαία που επιμένουν ότι η σωτηρία απαιτεί περιτομή. Οι αδελφοί θορυβούνται και ο Παύλος μαζί με τον Βαρνάβα επιλέγονται να ηγηθούν αντιπροσωπείας προς τα Ιεροσόλυμα για να συναντήσουν τους αποστόλους και τους πρεσβύτερους. Η συνάντηση είναι το φημισμένο «Συμβούλιο των Ιεροσολύμων». Χρονολογούμενο κατά σύμβαση κάπου μεταξύ των ετών 48 και 52, οι Πράξεις αναφέρουν μια αρκετά αρμονική σύναξη, με το κύριο θέμα να λύνεται πρόθυμα. Ο Παύλος διασκέδασε τους αδελφούς με ιστορίες «για σημεία και τέρατα» μεταξύ των εθνικών (15.12) και ο Ιάκωβος έκρινε πως σε ό, τι αφορά την περιτομή «δεν τους παρενοχλούμε» (15.19). Πίσω στην Αντιόχεια οι αδελφοί «τα ξαναβρήκαν» (15.32).
 
Παρ’ όλα αυτά η αναφορά του Παύλου στην συνάντηση με «εκείνους που θεωρούνται στύλοι», είναι πολύ διαφορετική. Πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα λόγω της «αποκαλύψεώς» του (Προς Γαλάτας 2.2) και καταγράφει κάτι που ουσιαστικά είναι μια αντιπαράθεση.
 
Εάν πραγματικά υπήρξε ένα «Συμβούλιο των Ιεροσολύμων» στο οποίο ο Παύλος κέρδισε το επιχείρημα ότι οι Εθνικοί δεν χρειάζεται να είναι περιτετμημένοι γιατί αμέσως μετά προσωπικά περιτέμνει τον Τιμόθεο, έναν μαθητή που βρήκε στα Λύστρα; (16.3) Φυσικά, μας λένε ότι ο Τιμόθεος είναι μισός Ιουδαίος κι’ έτσι ένα απολογητικό επιχείρημα είναι ότι επρόκειτο να «κερδίσει την αναγνώριση» από τους Ιουδαίους της περιοχής αλλά ένα τέτοιο επιχείρημα προϋποθέτει μια ευρέως διαδεδομένη γνώση περί των γεννητικών οργάνων του φτωχού Τιμόθεου (Δεν υπάρχει καμμία νύξη ότι ο Τιμόθεος ρωτήθηκε ποτέ για το πως αισθάνθηκε γιαυτό!). Αλλά ακόμα πιο περίεργο είναι τι λέει ο ίδιος ο Παύλος. Ο Παύλος ειδικά αναφέρει ότι, όχι ο Τιμόθεος, ο άλλος Έλληνας παρατρεχάμενος του ο Τίτος, δεν ήταν περιτετμημένος!
 
«Ἀλλ οὐδὲ Τίτος ὁ σὺν ἐμοί, Ἕλλην ὤν, ἠναγκάσθη περιτμηθῆναι, διὰ δὲ τοὺς παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οἵτινες παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἣν ἔχομεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἡμᾶς καταδουλώσωνται·» – Προς Γαλάτας 2.3, 4. 
 
«Ψευδαδελφοί», «κατάσκοποι», προσπαθούν να κάνουν τον Παύλο και την ακολουθία του «σκλάβους»; 
 
Τέτοια αγάπη, τέτοια χριστιανική συντροφικότητα... 
 
Ιδρυτής Εκκλησιών;
 
Υπάρχουν και άλλες παραδοξότητες. Ο Παύλος υποτίθεται ότι ίδρυσε την Εκκλησία της Εφέσου (Πράξεις 18.18, 19.5, 7) διαθέτοντας μαζί με την ακολουθία του περισσότερο χρόνο από οπουδήποτε αλλού (τρεις μήνες κατά την διάρκεια της δεύτερης αποστολής, τρία χρόνια κατά την διάρκεια της τρίτης). Μας προτρέπουν να πιστέψουμε ότι η πρώτη και δεύτερη «επιστολή προς Κορινθίους» γράφτηκαν στην Έφεσο, και ότι ήταν εκεί που ο Παύλος δέχθηκε ταραγμένους αντιπροσώπους από την Κόρινθο και επέβλεψε το πρώτο κάψιμο βιβλίου από Χριστιανούς. (Πράξεις 19.19). 
 
Παρ’ όλα αυτά ήταν ο απόστολος Ιωάννης που εγκαταστάθηκε στην Έφεσο μετά την Σταύρωση και καθιερώθηκε για πάντα ως ο ιδρυτής της εκκλησίας της Εφέσου. Κατ’ εντολή του ιδίου του Ιησού, η Ευλογημένη Παρθένος τέθηκε υπό την προστασία του Ιωάννη και φαίνεται ότι είχαν κατευθυνθεί προς την Έφεσο. Εδώ είχε κτισθεί με αγάπη ιδιοχείρως από τον Ιωάννη το σπίτι της Μαρίας – ένα σπίτι το οποίο μπορεί να δει κανείς μέχρι σήμερα! 
 
Ο Ιωάννης λέγεται επίσης ότι υπήρξε ο διδάσκαλος του σεβασμιωτάτου επισκόπου Πολυκάρπου, στην γειτονική Σμύρνη. Ενώ χρειάσθηκαν κάποιοι αιώνες προκειμένου να εξιστορηθεί η έσχατη μοίρα της Μαρίας, σύμφωνα με τον Ειρηναίο του 2ου αιώνα (όπως μεταφέρεται από τον Ευσέβιο, 23) ο Ιωάννης παρέμεινε στην Έφεσο μέχρι τα χρόνια της αυτοκρατορικής θητείας του Τραϊανού (98-117) και, με βάση την μαρτυρία του 3ου αιώνα του Διονυσίου από την Αλεξάνδρεια, δεν είχε έναν αλλά δύο τάφους στην Έφεσο.
 
Η ιστορία λοιπόν λέει ότι ο απόστολος Ιωάννης είχε μακρόχρονη παραμονή στην Έφεσο την ίδια ακριβώς πόλη στην οποία δίδαξε το ευαγγέλιο ο Παύλος κατά την δεύτερή του περιοδεία, η οποία «δημοφιλώς» υποστηρίζεται ότι ξεκίνησε το έτος 49. 
 
Παρ’ όλη την χρονική και τοπική σύμπτωση, ο Παύλος ποτέ δεν συνάντησε την Μαρία ούτε συνομίλησε με τον σύντροφο του εν τη αποστολική διακονία Ιωάννη. Περίεργο, αν μη τι άλλο. 
 
Τι συμβαίνει τελικά εδώ: αμοιβαία περιφρόνηση, έλλειψη καλών τρόπων, εχθρότητα στην καρδιά της εκκλησίας της αγάπης;
 
Έλεγχος πραγματικότητας
 
Έχουμε να κάνουμε με δύο ξεχωριστές (και αντίπαλες) παραδόσεις, η μια με κέντρο το κοινόν των αποστόλων και υπογραμμισμένη την αρχηγία του Πέτρου (και έτσι του Ρωμαϊκού Καθολικισμού), και η άλλη με πρωταγωνιστή τον Απόστολο Παύλο, πρωτοπόρα θεολογική ιδιοφυΐα και θεμελιωτή εκκλησιών. Και για ποιον μιλάει ο «Παύλος»; Μα, την μεριά που έχασε την πολιτική μάχη – την εκκλησία του Μαρκίωνα, αυτού που «ανακάλυψε» πρώτος τις επιστολές του Παύλου στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα.
 
Στην πρωτότυπη μορφή τους (από την πένα των Μαρκιωνιτών) οι παυλικές επιστολές ήταν υπερβολικά δυϊστικές και γνωστικές για να «πωληθούν και καταναλωθούν», με μια θεολογία που περιέκλειε απόδραση από τον υλικό κόσμο. Αλλά παρείχαν χρήσιμες διηγήσεις για την δράση του Αγίου Πνεύματος μεταξύ των Εθνικών. Ο πυρήνας της Παυλικής (Μαρκιωνιτικής) θεολογίας για την ατομική σωτηρία «δικαίωση δια της πίστεως» απέκοψε τους δεσμούς με μια αποκλειστικά ιουδαϊκή καταγωγή και παραμέρισε τις ενοχλητικές εντολές του Μωσαϊκού Νόμου. Αν και αρχικά θορύβησε το ιουδαϊκό στοιχείο του Καθολικισμού, οι γεωπολιτικές εξελίξεις θα καθιστούσαν σύντομα μια τέτοια θεολογία πολύ ελκυστική. 
 
Η παρατεταμένη διαμάχη μεταξύ των φιλο- και αντι- ιουδαικών χριστιανικών ομάδων του πρώτου μισού του 2ου αιώνα έληξε με την εξέγερση του Μπαρ Κοχμπά του 130-135 και την παρεπόμενη απέχθεια για κάθε τι ιουδαϊκό στην Ρώμη. Με κάποιον βιαστικό τρόπο, οι δύο «παραδόσεις» βρέθηκαν να συμπορεύονται. Το βιβλίο των Πράξεων έγινε ένας Καθολικός θρίαμβος, ο οποίος υποβάθμισε τον Παύλο και έφερε τον ήρωα των Μαρκιωνιτών στην ασφαλή αγκαλιά της επίδοξης ορθοδοξίας. 
 
Αναμφίβολα, ο ίδιος ο Παύλος «δοξάστηκε» και πιστώθηκε με εκτεταμένη ιεραποστολική δραστηριότητα, γεμάτη με θαύματα που δεν καταγράφονται στις επώνυμες επιστολές. Αλλά στην νέα εκδοχή, ο Παύλος δεν γράφει επιστολές. Αντιθέτως, παραδίδει μία γραμμένη από τα μεγάλα κεφάλια των Ιεροσολύμων! Σε μια κακοσχεδιασμένη ιστορία ο «ηγέτης» των Ιεροσολυμιτών αποστόλων μετακινείται στην  Ρώμη πριν τον Παύλο και τοποθετείται στην «παπική» έδρα. Ο Παύλος, ο σούπερ σταρ μιας χαλκευμένης ευαγγελικής εκστρατείας του 1ου αιώνα, θα έμενε για πάντα στην σκιά του κατά πολύ φανταστικότερου πλάσματος της εκκλησίας της Ρώμης του Αγίου Πέτρου. 
 
Έτσι ο Παύλος, πρώτα ήρωας των αιρετικών, αναμορφώθηκε στον «13ο απόστολο» και αφομοιώθηκε στην Καθολική κολεκτίβα, ακόμα και την στιγμή που οι Μαρκιωνιτικές εκκλησίες απορροφούνταν από την μεγαλύτερη και παγκόσμια Ρωμαϊκή εκκλησία. Οι επιστολές που αποδίδονταν στον Παύλο  υπερβολικά χρήσιμες και δημοφιλείς για να σβηστούν από τα αρχεία απαλλοτριώθηκαν και νοθεύτηκαν από την καθολική σκοπιμότητα και ενισχύθηκαν από άλλες που συνέταξε η Καθολική εκκλησία. 
 
Οι αποκαλούμενες «ποιμαντικές» επιστολές, απευθυνόμενες στους ποιμένες ή τους «βοσκούς» του κοπαδιού, χαλιναγώγησαν τον ριζοσπαστικό και ανεξάρτητο κλήρο και ενίσχυσαν την επισκοπική εξουσία. Ο νεότευκτος καθολικισμός, συγκροτούμενος στην Ρώμη, ήταν πάρα πολύ του κόσμου τούτου, και είδε την μελλοντική του δόξα στην συμμόρφωση προς τις αυτοκρατορικές εντολές. Ο εγκεκριμένος «κανόνας» ακολούθησε, κλείνοντας την πόρτα στην μελλοντική δημιουργική θεολογία.
 
Ο κατασκευασμένος Παύλος 
 
«Όπως είπαμε πριν, έτσι λέγω τώρα ξανά, εάν κάποιοι κηρύσσουν άλλο ευαγγέλιο σε σας εκτός από αυτό που σεις λάβατε, ας είναι καταραμένοι… Διότι εγώ δεν το παρέλαβα από άνθρωπο, ούτε το διδάχθηκα, αλλά μέσω της αποκάλυψης του Ιησού Χριστού.» Προς Γαλάτας 1.9, 12. 
 
Η μοίρα του ήρωά μας Παύλου ήταν μια καθολική αγιοποίηση, αλλά πού προέκυψε ο υπερ-απόστολος μας; Εάν, όπως φαίνεται πιθανό, ο Μαρκίων έπλασε αυτό που έμελλε να γίνει ο φορέας των ιδεών του, τον Παύλο της Καινής Διαθήκης δηλαδή, σίγουρα χρησιμοποίησε βιογραφικό υλικό από την δική του ζωή, ειδικά από τον αγώνα για επικράτηση που διεξήγαγε εναντίον της ομάδας της Ρώμης. Μόνο ο Μαρκίων, όπως ο «Παύλος», γνώριζε την αλήθεια, ένα μυστήριο που φανερώθηκε σ’ αυτόν μέσω αποκαλύψεως.
 
Ως μεγιστάνας εφοπλιστής από την Σινόπη (λιμάνι της Μαύρης θάλασσας, εκατό μίλια βορείως της Γαλατίας) ο Μαρκίων απολάμβανε οικονομική ανεξαρτησία και ήταν σε θέση να κάνει μεγάλα ταξίδια. Κάποια στιγμή χρηματοδοτούσε την εκκλησία στην Ρώμη πριν αναθεματισθεί και επιστρέψει στην ανατολή. Θα ήταν εξοικειωμένος με τις θαλάσσιες γραμμές και τους συνακόλουθους κινδύνους τόσο εμφανείς στην παυλική διήγηση. Για να δώσει στην θεολογία του πρόσθετη «αυθεντία» έπρεπε να την προβάλει σε μια παλαιότερη «αποστολική εποχή». Πιθανώς να επέλεξε το όνομα «Παύλος» (που σημαίνει «μικρός» ή «ταπεινός») ως αντανάκλαση της δικής του θέσης.
 
Όταν ο Καθολικισμός επίταξε το έργο του Μαρκίωνα, οι γραφιάδες στην Ρώμη αναμφίβολα θα χρησιμοποίησαν τα έργα του Ιωσήπου, πηγές παντός χρήσεως για τους Χριστιανούς, για πρόσθετο υλικό. Και εκεί δεν βρήκαν τον Παύλο, αλλά τον Σαύλο (Σαούλ), έναν αχρείου χαρακτήρα Ηρωδιανό αριστοκράτη. Αυτό το υλικό έγινε ο πυρήνας για το προοίμιο του ιστορικού του Παύλου, της «ζωής του στον Ιουδαϊσμό». Λεηλατήθηκε βεβαίως και η ζωή του ίδιου του Ιωσήπου. Επεισόδια της βιογραφίας του Ιουδαίου ιστορικού απλώς μοιάζουν πολύ με την ιστορία του Παύλου, ειδικά το ναυάγιο καθ οδόν για την Ρώμη. 
 
Ο Ιώσηπος δεν ήταν απλώς ένας ιστορικός. Πριν τον πόλεμο διορίσθηκε από τον αρχιερέα Ανανία διοικητής της Γαλιλαίας, με επιστολή που τον προόριζε για κατάπνιξη («δίωξη») των ριζοσπαστικών κινημάτων. Μια από τις αντάρτικες ομάδες με τις οποίες ασχολήθηκε μέσα και γύρω από την Τιβεριάδα διοικείτο από έναν συμμορίτη ονόματι... Ιησού. 
 
«Έτσι ο Ιησούς του Σαπφία (αρχιδικαστή στην Τιβεριάδα), ένας από αυτούς που ήταν αρχηγός των επαναστατών, ναυτών και απόρων όπως ήδη αναφέραμε, μας απέτρεψε, παίρνοντας μαζί του μερικούς Γαλιλαίους, και έβαλε φωτιά σ’ όλα τα ανάκτορα… Ο Ιησούς και οι οπαδοί του έσφαξαν όλους τους Έλληνες κατοίκους της Τιβεριάδας, και όσους πριν τον πόλεμο ήταν εχθροί τους.» Ιωσήπου, Βίος 12
 
 
ΣΧΟΛΙΟ: Το όνομα του Παύλου δεν επελέγη από τον Μαρκίωνα. Πρόκειται για λατινική απόδοση του ονόματος Απολλώς το οποίο είναι σύντμηση του ονόματος Απολλώνιος. Τις δικές του επιστολές βρήκε ο Μαρκίων στην Μικρά Ασία. Δείτε επίσης:


Θαυματοποιός ή πίθηκος του Χριστού;

 


Του Ζήση Ι. Καραβά

Πέπλο μυστηρίου καλύπτει τη ζωή, τη δράση και την προσωπικότητα του Έλληνα φιλοσόφου και θαυματοποιού Απολλώνιου Τυανέα και δη σχετικά με τις ομοιότητες/αναλογίες που παρουσιάζει με τον Ιησού Χριστό. Το βέβαιο είναι ότι η βασική αρχαία πηγή «Βίος Απολλώνιου του Τυανέα», που γράφτηκε από τον εκ Λήμνου σοφιστή Φλάβιο Φιλόστρατο Β΄ (περ. 170-249 μ.Χ.), περιλαμβάνει πολλά μυθιστορηματικά στοιχεία, σε σημείο που κάποιοι να χρησιμοποιούν τον όρο «μυθοποιημένη βιογραφία» για τα οκτώ βιβλία του Φιλόστρατου «Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον». Ούτε κάποιες μαρτυρίες από τη Συρία και τον αραβικό κόσμο θεωρούνται πλήρως αξιόπιστες και διαφωτιστικές, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές στον Απολλώνιο που κάνουν οι Δίων Κάσσιος, Αμμιανός Μαρκελίνος, Λουκιανός, Ιεροκλής, Ευσέβιος Καισαρείας, Ευνάπιος, Κασσιόδωρος, Φώτιος κ.ά.

Θεόσοφος και αναμορφωτής θρησκευτικών πεποιθήσεων

Η γέννηση του Απολλώνιου (στα Τύανα της Καππαδοκίας) τοποθετείται στην αρχή του 1ου μ.Χ. αιώνα. Κατά μία εκδοχή το 17 μ.Χ. είχε ηλικία μεταξύ του 16ου και του 20ου έτους, ενώ πέθανε σε βαθιά γηρατειά το 96 ή 98 μ.Χ. στο Πατσουόλι της Ιταλίας (πόλη στην επαρχία της Νάπολης στην Καμπανία). Κατ’ άλλη εκδοχή έζησε περίπου μεταξύ του 40 και του 120 μ.Χ. και πέθανε είτε στην Έφεσο είτε στη Λίνδο της Ρόδου.

Μοναδικό ιστορικό τεκμήριο για το θρησκευτικό «πιστεύω» του Απολλώνιου αποτελεί το απόσπασμα «Περί θυσιών» του Ευσέβιου Καισαρείας, το οποίο αποδίδεται στον ίδιο τον Απολλώνιο. Στο εν λόγω απόσπασμα διακηρύσσεται ότι ο Θεός δεν χρειάζεται καμιά προσφορά αίματος, αφού κάτι τέτοιο αντιφάσκει με τη θεία φύση του. Ακόμη και οι προσευχές των θνητών δεν φτάνουν στον Θεό, ο οποίος είναι πέραν του κόσμου των ανθρώπινων αισθήσεων αλλά και δεν έχει ανάγκη τίποτε από τον επίγειο κόσμο. Χάρη στον Ευσέβιο, λοιπόν, γνωρίζουμε τον Απολλώνιο βασικά ως θεόσοφο, αναμορφωτή θρησκευτικών πεποιθήσεων και θυσιών, αλλά εν μέρει και ως εμβριθή πυθαγόρειο-πλατωνικό στοχαστή, προσηλωμένο πρωτίστως στις αυστηρές πυθαγόρειες αρχές (απελευθέρωση/κάθαρση της [αθάνατης] ψυχής μέσω πνευματικής πειθαρχίας, σωματικής εγκράτειας και εν γένει αυστηρά ηθική και ενάρετη διαβίωση).

Παρεμπιπτόντως, ο Απολλώνιος παρουσιάζεται και ως ενσάρκωση ενός θεού, του Πρωτέα, ή κατά έναν τοπικό θρύλο ως γιος του Δία Ασβαμαίου ο οποίος λατρευόταν στα Τύανα. Επίσης, σύμφωνα με μια μυθολογική παράδοση που αναφέρει ο Φιλόστρατος, ο Απολλώνιος αναστήθηκε μετά θάνατον και αναλήφθηκε στον παράδεισο από τον ναό της Αρτέμιδος – Δίκτυνας στην Κρήτη.

Η εκλιπούσα Πολωνή καθηγήτρια Ελληνικής και Ρωμαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας Μαρία Τζιέλσκα στο έργο της «Απολλώνιος ο Τυανεύς στον θρύλο και στην ιστορία» (Εκδόσεις Ενάλιος, 2000) δίνει μια πιο ισορροπημένη εικόνα του Απολλώνιου ως «μάγου-φιλοσόφου» που εδράζεται στην ιστορική πραγματικότητα, εν αντιθέσει με έναν «θεϊκό άνθρωπο» που εν πολλοίς περιγράφει ο Φιλόστρατος.

Μπορεί η μοναδική βιογραφία του νεοπυθαγόρειου φιλοσόφου Απολλώνιου να περιέχει και στοιχεία μυθολογικά – μυθοπλαστικά, ωστόσο είναι δεδομένο ότι ο Απολλώνιος λατρευόταν ως επί της γης «θεός ανήρ»/θεάνθρωπος, ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας και της ανατολικής Μεσογείου όπου έζησε και έδρασε. Μάλιστα, στο Μουσείο των Αδάνων υπάρχει μια επιγραφή (τέλη 3ου – αρχές 4ου αι. μ.Χ.) προς τιμήν του Απολλώνιου, η οποία μιλάει για τον «γεννημένο στα Τύανα» και «κομιστή φωτός» που «στάλθηκε από τα ουράνια» στη γη για να «εξαλείψει τις ανθρώπινες αμαρτίες» και να «απελευθερώσει τους θνητούς ανθρώπους από τα δεινά». Όπως και να ’χε, στην Ανατολή και τη Δύση παγανιστές διανοούμενοι της ύστερης αρχαιότητας θεωρούσαν τον Απολλώνιο έναν σοφό προικισμένο με θεϊκές ιδιότητες, ενώ μετά τον 5ο αι. μ.Χ. βυζαντινές και αραβικές πηγές αναφέρονται στον «άνθρωπο των μαγικών φυλαχτών» και τον «δάσκαλο των μαγικών συνταγών». Άλλωστε, έχοντας θητεύσει στο ιερό του Ασκληπιού στις Αιγές της Κιλικίας, φημιζόταν και για τις θεραπευτικές του ικανότητες («θεράπευε ψυχές και σώματα μ’ ένα απλό άγγιγμα»).

Από νεαρός μυήθηκε στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Επίκουρου και άλλων φιλοσόφων, όμως ήταν κατεξοχήν θαυμαστής του Πυθαγόρα. Επιπλέον ήταν εξαίρετος γλύπτης, ζωγράφος και ρήτορας, ενώ του αποδίδονται προφητικές, διορατικές, μαντικές και τηλεπαθητικές ικανότητες, καθώς προέβλεπε με επιτυχία σεισμούς, επιδημίες (όπως η πανούκλα από την οποία έσωσε την Έφεσο), θανάτους ή άλλες φυσικές αναταραχές. Το πλέον εντυπωσιακό θαύμα που αποδίδεται στον Απολλώνιο είναι η ανάσταση μιας νεαρής γυναίκας που ανήκε σε οικογένεια υπάτων στη Ρώμη. Επίσης αναφέρεται η θεραπεία στην Αθήνα ενός δαιμονισμένου νέου από την Κέρκυρα.

Ο Απολλώνιος έζησε βίο ενάρετο και λιτό με αυτοέλεγχο, αποποιούμενος τα υλικά αγαθά και καταδικάζοντας αυστηρά τις καταχρήσεις, τη χλιδή και την αμαρτία και προτείνοντας την καρτερία και την απλότητα. Δίδασκε την ανεκτικότητα στο διαφορετικό, την αναζήτηση της αλήθειας και την αποφυγή από τον φανατισμό και τον δογματισμό που βλάπτουν τους ανθρώπους. Περιβαλλόταν από πιστούς μαθητές και έκανε πολλά θαύματα, γι’ αυτό τον αποκάλεσαν «θείον άνδρα», μολονότι ο ίδιος δεν ισχυριζόταν ότι ήταν «υιός θεού» αλλά τόνιζε την ιδιαίτερη ανθρώπινη μύησή του και πως ό,τι μπορεί να κάνει ένας μπορούν να το κάνουν όλοι.

Άλλωστε, ταξιδεύοντας σχεδόν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο σε Ανατολή και Δύση και διαθέτοντας το χάρισμα της πολυγλωσσίας (δίχως να έχει διδαχτεί καμία), ήρθε σε επαφή με πολλά και διαφορετικά ιερατεία που τον αποδέχτηκαν σαν μεγάλο ιερέα ο οποίος είχε την ικανότητα να επικοινωνεί με άλλες διαστάσεις και άλλα υπεράνθρωπα όντα. Σταδιακά η φήμη του απλώθηκε σε όλες τις περιοχές της Παμφυλίας, της Κιλικίας, της Παλαιστίνης και της Αραβίας. Ταξίδεψε και στην Ινδία αναζητώντας τους διδασκάλους για τους οποίους υπήρχε η φήμη ότι εφάρμοζαν τις διδασκαλίες που πρέσβευαν για το καλό όλων των ανθρώπων. Επίσης ταξίδεψε στην Κύπρο, την Έφεσο, τη Χίο, τη Ρόδο, την Κρήτη, την Αθήνα και τη Σπάρτη, ενώ πήγε και σε Αίγυπτο, Αιθιοπία, Μεσοποταμία, Περσία, Ιταλία και Ισπανία.

Ένας υπερφυσικός σωτήρας «δανείζεται» τη ζωή του Απολλώνιου

Με βάση τα παραπάνω – κι άλλα πολλά – ο Άγγλος ιστορικός Έντουαρντ Γκίμπον (1737-1794) αλλά και άλλοι συγγραφείς του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης διατύπωσαν την άποψη ότι ίσως ο Ιησούς δεν ήταν άλλος από τον Απολλώνιο τον Τυανέα. Ωστόσο, άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι δεν είναι το ίδιο πρόσωπο γιατί είχαν περίπου σαράντα χρόνια διαφορά, απλώς είχαν το ίδιο προφίλ. Πάντως οι «πιστοί» του Τυανέα επιμένουν ότι η παράλληλη ανάπτυξη του χριστιανισμού την εποχή εκείνη είναι η βασική αιτία που η φήμη του Απολλώνιου καλύφτηκε με γκρίζο πέπλο και το έργο του έμεινε άγνωστο για πολλά χρόνια, ενώ την περίοδο της Ιεράς Εξέτασης και μόνο το όνομα του Απολλώνιου να έλεγε κάποιος έμπαινε στο στόχαστρό της.

Η φήμη, η φιλοσοφία και τα θαύματα του Τυανέα ήταν ο μόνιμος πονοκέφαλος του ιερατείου της χριστιανικής – ιουδαϊκής εκκλησίας και των πέριξ αυτών, που αφού δεν είχαν επιχειρήματα επιστράτευσαν τη συκοφαντία. Μάλιστα η εκκλησία βάφτισε θανάσιμες αμαρτίες την ανάγνωση, την αναφορά ή τον ψίθυρο οποιασδήποτε ιδέας ή συγγράμματος γύρω από τη δράση του Τυανέα. Αφόρισε οτιδήποτε σχετιζόταν με τον Απολλώνιο ως διαβολικό και ασυγχώρητο, ως παράδειγμα πλάνης και μαγείας.

Αιτία και αφορμή για τον αφορισμό αποτέλεσε και το γεγονός ότι η βιογραφία του Φιλόστρατου για τον «θείο και σοφό θαυματοποιό» Απολλώνιο χρησιμοποιήθηκε το 302-303 μ.Χ. (όταν ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός ξεκίνησε τους διωγμούς των χριστιανών) από τον κυβερνήτη/έπαρχο της Βιθυνίας Σωσσιανό Ιεροκλή, ο οποίος για να αντικρούσει τα περί θαυμάτων του Χριστού έγραψε δίκην προκήρυξης το πόνημα «Ο φιλαλήθης» (ή «Ο εραστής της αλήθειας»), υποστηρίζοντας ότι ο «πολλά και θαυμάσια διαπράξας» Απολλώνιος υπήρξε ανώτερος θαυματοποιός από τον Ιησού. Περνώντας στην αντεπίθεση, ο επίσκοπος Ευσέβιος Καισαρείας έγραψε (περ. το 313 μ.Χ.) το «Contra Hieroclem», χαρακτηρίζοντας τον μάγο Απολλώνιο «ανάξιο σύγκρισης και συναγωνισμού με τον Ιησού Χριστό».

Εκείνο όμως που ξεχείλισε το ποτήρι για το χριστιανικό ιερατείο ήταν η θεωρία που διατυπώθηκε ήδη από τον Μεσαίωνα (5ος – 15ος αι. μ.Χ.), κυρίως όμως κατά την Αναγέννηση (15ος – 17ος αι. μ.Χ.), ότι τον 4ο αι. μ.Χ. οι χριστιανοί παραχάραξαν την ιστορία και δημιούργησαν τον Χριστό με βάση και πρότυπο τη ζωή και δράση του Απολλώνιου Τυανέα! Η εν λόγω θεωρία αναπτύχθηκε και μεταγενέστερα από συγγραφείς όπως ο Γερμανός ιστορικός Frank Thiess (1890-1977), που ονόμασε τον Απολλώνιο «Έλληνα μεσσία», και ο Αμερικανός μυστικιστής R.W. Bernard (1901-1965), με το αιρετικό βιβλίο του «Απολλώνιος ο Ναζωραίος» (1945). Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι με αφετηρία την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.) το ιερατείο των χριστιανών επισκόπων, υπό τη σκέπη του (μετέπειτα) «μέγα» και «αγίου» αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, αποφάσισε να παραχαράξει την ιστορία αντιγράφοντας τον βίο του Απολλώνιου Τυανέα στο πρόσωπο ενός σούπερ υπερφυσικού σωτήρα (Ιησούς Χριστός).

Επιπροσθέτως, ο R.W. Bernard υπογράμμιζε: «Δεν σημειώθηκε ποτέ μεγαλύτερη πολιτισμική απώλεια απ’ ό,τι συνέβη όταν ο χριστιανικός όχλος έβαλε φωτιά στα βιβλία και τα χειρόγραφα της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης για να καταστρέψει όλα τα αρχεία του Απολλώνιου του Τυανέα». Και ευτυχώς, λένε οι απολλώνιοι «πιστοί», που διασώθηκε για 1.000 χρόνια από Άραβες το πιο απαγορευμένο βιβλίο – ο «Βίος Απολλώνιου του Τυανέα» – παρά τις μανιασμένες προσπάθειες των παπικών σταυροφόρων να το βρουν και να το καταστρέψουν.

Από την πλευρά της η Έλενα Πέτροβνα-Μπλαβάτσκι (εκπρόσωπος του ρεύματος της θεοσοφίας που στηρίζεται στην πεποίθηση ότι ψήγματα της θεϊκής ή αιώνιας αλήθειας μπορούν να αναζητηθούν σε όλες τις θρησκείες της ανθρωπότητας) αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο σε έναν από τους τόμους της «Μυστικής διδασκαλίας», κατατάσσοντας τον Απολλώνιο στους μεγαλύτερους μυημένους διδασκάλους όλων των εποχών.

Γράφοντας «Περί της χριστιανικής παράνοιας και του Απολλώνιου Τυανέα», η Ε.Π. Μπλαβάτσκι σχολιάζει σχετικά με τον εξωφρενικό ισχυρισμό ότι «οι παγανιστές ανά τον κόσμο έκλεψαν τα δόγματα του χριστιανισμού»: «Ο Πλάτων και η παλαιότερη Ακαδημία του έκλεψαν τις ιδέες από τη χριστιανική Αποκάλυψη, είπαν οι Αλεξανδρινοί Πατέρες! Οι βραχμάνοι δανείστηκαν από τους Ιησουίτες ιεραποστόλους ενώ και οι Ινδοί μεταμόρφωσαν τον Χριστό στον Κρίσνα για να ταιριάξει στο δικό τους μυαλό! Το ασήμαντο γεγονός ότι η μυθολογία του Κρίσνα, ο βουδισμός και ο πλατωνισμός προηγούνται αιώνες του χριστιανισμού και οι Βέδες είχαν ήδη εκφυλιστεί στον βραχμανισμό πριν από την εποχή του Μωυσή δεν κάνει κάποια διαφορά. Το ίδιο για τον Απολλώνιο από τα Τύανα. Μολονότι οι θαυματουργικές του ικανότητες δεν μπορούσαν ν’ αμφισβητηθούν χάρη στη μαρτυρία των αυτοκρατόρων, των δικαστηρίων τους και των πληθυσμών αρκετών πόλεων και μολονότι λίγοι εξ αυτών είχαν ακούσει για τον Ναζαρηνό προφήτη του οποίου τα “θαύματα” είχαν δει μόνο μερικοί δικοί του απόστολοι, οι προσωπικότητες των οποίων παραμένουν μέχρι σήμερα ιστορικό πρόβλημα, παρ’ όλα αυτά ο Απολλώνιος – κατά τους χριστιανούς – πρέπει να γίνεται αποδεκτός ως ο “πίθηκος του Χριστού”».

Φυσικά, για τη χριστιανική εκκλησία το «απεταξάμην τον Απολλώνιον» ήταν πάντα ένας μεγάλος πονοκέφαλος, που τον αντιμετωπίζουν ρίχνοντας στο πυρ το εξώτερον τον κατά Φιλόστρατον «Βίο του Τυανέα» και όλες τις μεταγενέστερες συγγραφικές μελέτες που υποστηρίζουν την αιρετική θεωρία ότι οι «χριστιανοί δημιούργησαν τον Ιησού σε προσομοίωση με τον Απολλώνιο». Αντιθέτως, μην τολμήσει κανείς να αμφισβητήσει τα ευαγγέλια και την «ιερή» χριστιανό-ιουδαϊκή Βίβλο, θα ρίξει ο Γιαχβέ φωτιά και θα τον κάψει!

Πάντως και σε χριστιανικούς κύκλους υπήρχε ένα κάποιο ψήγμα αμφιβολίας, όπως προκύπτει από το ότι ο χριστιανός απολογητής και φιλόσοφος Ιουστίνος αναρωτιόταν ήδη από τον 2ο αι. μ.Χ.: «Πώς γίνεται και τα φυλαχτά του Απολλώνιου έχουν ισχύ πάνω σε συγκεκριμένα μέρη της δημιουργίας, επειδή αποτρέπουν, όπως βλέπουμε, τη μανία των κυμάτων, τη σφοδρότητα των ανέμων και τις επιθέσεις των άγριων ζώων; Και ενώ τα θαύματα του Κυρίου μας συντηρούνται μόνο από την παράδοση, αυτά του Απολλώνιου είναι πιο πολυάριθμα και αποδεικνύονται πραγματικά σε γεγονότα του παρόντος, έτσι ώστε να παρασύρουν όλους αυτούς που τα βλέπουν»!

Οι χριστιανοί θεολόγοι αντεπιτίθενται και αντιλέγουν

Ο αντίλογος των χριστιανών θεολόγων (και θεολογούντων) εστιάζεται στις ακόλουθες (αντι)ρήσεις:

1) Ο Ιησούς είχε επίκεντρο της διδασκαλίας του τη «βασιλεία των ουρανών» (ή «βασιλεία του Θεού»), που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η εξουσία και η κυριαρχία του Θεού, ο νέος κόσμος του Θεού, που ευαγγελιζόταν ο ίδιος ο Ιησούς και ενσαρκωνόταν μέσω του ίδιου και του κύκλου των μαθητών του. Η βασιλεία αυτή εμφανίζεται στα ευαγγέλια ως παρούσα (στο πρόσωπο του Ιησού) και ως μέλλουσα, εσχατολογικά. Οι περισσότερες παραβολές του Ιησού είχαν στο επίκεντρο αυτήν την διδασκαλία της βασιλείας του Θεού. Ο Απολλώνιος δεν είχε ιδέα από αυτή την κεντρική διδασκαλία του Ιησού του Ναζωραίου, δεν αναφέρεται να μίλησε ποτέ γι’ αυτήν, όπως ούτε άλλωστε κάποιος άλλος φιλόσοφος (Πυθαγόρας κλπ).

2) Η βιβλική διδασκαλία της ανάστασης είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με εκείνη για την εκ φύσεως αθανασία της ψυχής που πίστευαν οι πυθαγόρειοι και οι νεοπυθαγόρειοι (και ο Απολλώνιος) και δεν έχει καμία σχέση με τις μυθολογικές νεκραναστάσεις θεών της φύσης (Διόνυσος, Άδωνης κ.ά.) που λάτρευαν οι πολυθεϊστές. Επιπλέον, μπορεί ο Απολλώνιος να θεωρούνταν θαυματοποιός, αλλά από μια προσεκτική ανάγνωση προκύπτει ότι πρόκειται περί απομίμησης των θαυμάτων του Ιησού (όπως εκείνα με την ανάσταση μιας κόρης και την εκβολή δαιμονίου από έναν νέο).

Στον αντίποδα, τα θαύματα του Ιησού είναι πολλά· καταγράφονται τριάντα πέντε και πολλών ειδών: α) θαύματα εξουσίας πάνω στις δυνάμεις της φύσης, β) θεραπείας φυσικών και πνευματικών ασθενειών, γ) ανάστασης νεκρών. Στην τελευταία κατηγορία ο Ιησούς, εκτός του ότι ο ίδιος ανέστησε τρεις νεκρούς (τον γιο της χήρας στη Ναΐν, την κόρη του Ιαείρου και τον Λάζαρο), είπε σχετικά με την ανάσταση ότι θα αναστήσει τους νεκρούς εν τη εσχάτη ημέρα και πως οι νεκροί θα εξέλθουν εκ των μνημείων ακούγοντας τη φωνή του, πράγμα που μόνο ένας που είναι θεός, υιός θεού και θα ζει αιωνίως μπορεί να υποσχεθεί και να επιτελέσει. Ακόμη, ο Ιησούς αναφέρεται πάνω από σαράντα φορές ως «ραββί»/«δάσκαλος», αλλά ποτέ δεν αποκαλείται «θαυματοποιός».

3) Οι αναφερόμενες προγνώσεις/προβλέψεις φυσικών φαινομένων από τον Απολλώνιο δεν έχουν καμιά σχέση με τις αληθινές προφητείες του μέλλοντος από τον Ιησού. Αν δεχτούμε ότι ο Απολλώνιος προείπε για τον λοιμό/πανούκλα της Εφέσου, η επιδημία ήταν αναπόφευκτη για έναν παρατηρητικό που έβλεπε την αθλιότητα των κατοίκων και την άγνοια στοιχειωδών όρων ζωής. Όσο για την πρόβλεψη του σεισμού της Σμύρνης, επρόκειτο μάλλον περί ευχής. Η πρόγνωσή του για τη Ρώμη («έσται τι μέγα κουκ έσται») είναι τόσο γενική και αόριστη σαν μαντεία τύπου Πυθίας.

Εν αντιθέσει με όλα αυτά, ο Ιησούς αναγνωρίστηκε εξαρχής ως αληθινός μεσσιανικός και εσχατολογικός «προφήτης εκ της Ναζαρέτ», με πάνω από τριακόσιες προφητείες και τυπολογίες να έχουν επισημανθεί για το πρόσωπό του, οι οποίες προλέγουν τον χρόνο και τον τόπο της γέννησής του, τη θεία του προέλευση, τη ζωή του, τη φύση του έργου του, τα θαύματά του, τον θάνατο και την ανάστασή του.

Οι αξιοθαύμαστες προφητείες του μπορούν να καταταχθούν σε τέσσερις κύκλους: α) εκείνες για το πρόσωπό του (σταύρωση, προδοσία Ιούδα, ανάσταση), β) αυτές που αφορούσαν το μέλλον της εκκλησίας του και τη διάδοση του ευαγγελίου της βασιλείας του σε όλα τα έθνη, γ) προφητείες σχετικά με τη Δευτέρα Παρουσία του που είναι θέμα εσχατολογικό, μελλοντολογικό, δ) προφητείες για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ναού, καθώς και για την τύχη και το μέλλον του Ισραήλ.

Ειδικά για τις τελευταίες, πάντως, ο Ιησούς υποτίθεται ότι τις είπε το 33 μ.Χ. και σε 37 χρόνια, δηλαδή το 70 μ.Χ., καταστράφηκε ολοσχερώς η Ιερουσαλήμ. Μάλιστα, ως επιβεβαίωση των προφητειών της τέταρτης κατηγορίας το ιερατείο επικαλείται την αναφορά τους στα ευαγγέλια. Όμως τα ιστορικά γεγονότα καταρρίπτουν την εν λόγω «επιβεβαίωση», καθώς τα ευαγγέλια γράφτηκαν μετά το 70 μ.Χ. (ίσως και μετά το 90 μ.Χ.), οπότε το γεγονός της καταστροφής του ναού της Ιερουσαλήμ είχε συμβεί!

ΣΧΟΛΙΟ: Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ένθετο Τα Αιρετικά της εφημερίδας Documento μαζί με άλλα τρία άρθρα για τον Απολλώνιο. Στο συγκεκριμένο υπάρχουν δύο μικρές ανακρίβειες: Ο Φιλόστρατος δεν αναφέρει καμμία παράδοση για μετά θάνατον ανάσταση του Απολλωνίου αλλά για ανάληψή του, ενώ όπως έχει επισημανθεί ο Γκίμπον δεν υποστηρίζει πουθενά ότι ο Ιησούς ήταν ο Απολλώνιος. Όσο για το απόσπασμα από το βιβλίο της Μπλαβάτσκι φαίνεται να έχει αντιγραφεί από εδώ κατά την πάγια τακτική των δημοσιογράφων να «δανείζονται» πληροφορίες από το διαδίκτυο χωρίς να δίνουν πηγή, ενώ οι προφητείες που αναφέρονται στο τέλος για τον Ιησού, απλά δεν υπάρχουν.