Translate

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Προβλήματα με τα Ευαγγέλια





Ο κήπος της Γεσθημανή

Αναλογιστείτε τη σκηνή στον Κήπο της Γεσθημανή. Όλοι οι Συνοπτικοί λένε την ιστορία περίπου το ίδιο (εκτός από τον Ιωάννη που την παραλείπει επειδή δεν του αρέσει να δείχνει τον Ιησού σε στιγμές ανθρώπινης αδυναμίας). Τη νύχτα πριν τη σύλληψή του, τη νύχτα πριν τη σταύρωσή του, ο Ιησούς νιώθει για μία φορά στη ζωή του ανησυχία, ίσως και φόβο για το μέλλον. Σε έναν κήπο ονόματι Γεσθημανή αφήνει τους περισσότερους μαθητές του πίσω, παίρνοντας μαζί του μόνο τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη και τους λέει να τον φυλάνε ενώ πάει να προσευχηθεί. Όταν επιστρέφει τους βρίσκει και τους τρεις να κοιμούνται. Αυτό συμβαίνει άλλες δυο φορές για έμφαση και έπειτα έρχεται ο Ιούδας με τους στρατιώτες για να τον συλλάβουν. Η ιστορία βρίσκεται στον Μάρκο στο κεφάλαιο 14, στον Ματθαίο στο 26 και στον Λουκά στο 22.

Το πρόβλημα είναι το εξής: τα ίδια τα ευαγγέλια λένε πως ενώ ο Ιησούς προσευχόταν, οι μαθητές είχαν μείνει πίσω με εξαίρεση τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, που και αυτοί κοιμόντουσαν. Εν ολίγοις, κανείς δεν παρακολουθούσε τον Ιησού να προσεύχεται. Ωστόσο τα ευαγγέλια καταγράφουν τη σκηνή σαν να μην αποτελεί αυτό πρόβλημα! Πώς γίνεται αυτό; Ποιος τα κατέγραψε αυτά;

Οι Φαρισαίοι πηγαίνουν στον Πιλάτο

Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται στο τέλος του Ματθαίου 27:62-66. Οι Φαρισαίοι πηγαίνουν κρυφά στον Πιλάτο και του ζητάνε να βάλει φρουρούς στον τάφο για να εμποδίσουν τους Χριστιανούς να κλέψουν το σώμα του αρχηγού τους. Πώς γίνεται να βρίσκεται αυτό μέσα σε ένα ευαγγέλιο; Ποιος τα κατέγραφε αυτά; Σίγουρα κανείς από τους μαθητές του Ιησού ή τους υποστηρικτές του δεν ήταν παρόντες στο περιστατικό αυτό.

Οι πειρασμοί του Ιησού στην έρημο

Άλλη μια φορά, σε άλλη μία διάσημη ευαγγελική περικοπή, βλέπουμε τους ευαγγελιστές να καταγράφουν πληροφορίες για τη ζωή του Ιησού στις οποίες δεν θα έπρεπε να είχαν πρόσβαση. Μετά τη βάπτισή του ο Ιησούς πηγαίνει στην έρημο για να νηστέψει για 40 μέρες και ο Σατανάς τον πειράζει προσφέροντάς του δύναμη και δόξα. Και πάλι – ποιος τα καταγράφει αυτά; Πήγε κάποιος ευαγγελιστής μαζί του στην έρημο; Μήπως πήγαν παραπάνω; Γιατί ο Μάρκος έγραψε πρώτος το ευαγγέλιό του, αλλά οι άλλοι γράφουν περισσότερες λεπτομέρειες. Αλλά κι αυτό είναι αδύνατο γιατί, σύμφωνα με τους Συνοπτικούς, ο Ιησούς κάλεσε τους πρώτους μαθητές μετά τους πειρασμούς του.

Η συνωμοσία μεταξύ Φρουρών και Φαρισαίων

Και πάλι στον Ματθαίο στο 28:11-15 βλέπουμε να καταγράφεται χωρίς δυσκολία μια σκηνή την οποία κανείς ακόλουθος του Ιησού δεν θα μπορούσε να είχε δει. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε τους ιερείς να συνωμοτούν με τους φρουρούς μετά την ανάσταση και να τους δωροδοκούν για να πουν πως οι μαθητές κλέψανε το σώμα του. Ήταν παρών ο Ματθαίος για να το ακούσει αυτό; Πώς είναι δυνατόν τα ευαγγέλια να καταγράφουν περιστατικά που οι συγγραφείς δεν θα μπορούσαν να έχουν δει οι ίδιοι; [ΣτΜ: Σ’ αυτή την περίπτωση πάντως, θα μπορούσαν οι μαθητές να είχαν δει τους Ρωμαίους να διαδίδουν τη φήμη και εύλογα να υπέθεσαν πως υπήρξε κάποια συνωμοσία.]

Η λίστα είναι μεγάλη. Ο Ματθαίος στο 27:19 γράφει για ένα γράμμα που έστειλε η γυναίκα του Πιλάτου στον άντρα της και στο 27:3-8 περιγράφει πως ο Ιούδας επέστρεψε τα αργύρια στους ιερείς και μετά κρεμάστηκε από τις τύψεις (Μήπως έκανε μια γρήγορη παράκαμψη για να τα πει στους μαθητές;). Ο Λουκάς στο 7:39 μας λέει τι σκεφτόταν ένας Φαρισαίος.

Όλα αυτά είναι πληροφορίες που οι συγγραφείς των ευαγγελίων δεν θα έπρεπε να ξέρουν. Ωστόσο, αν υποθέσουμε πως απλά γράφανε μια φανταστική ιστορία χρησιμοποιώντας διήγηση τρίτου προσώπου, το πρόβλημα αυτό εξατμίζεται.

Η προφανής χριστιανική απάντηση σ’ αυτά είναι ότι οι συγγραφείς των ευαγγελίων θα μπορούσαν να τα έχουν μάθει όλα αυτά μέσω θείας αποκάλυψης, αλλά υπάρχει απάντηση σ’ αυτό. Βάσει της παραδοσιακής εξήγησης, οι συγγραφείς γράψανε πράγματα που βίωσαν οι ίδιοι ως επί το πλείστον. Αλλά αυτές οι αποκαλυψούλες βρίσκονται σκόρπιες σε όλο το κείμενο και δεν ξεχωρίζουν από το υπόλοιπο κείμενο, ούτε αναφέρεται πως αυτά διαφέρουν από τα υπόλοιπα που καταγράφονται. Αν κάποια τα είδαν οι ίδιοι, ενώ άλλα τους αποκαλύφθηκαν θαυματουργά από το Θεό, δε θα έπρεπε να κάνουν αυτή τη διάκριση; Δε θα έπρεπε να είχαν γράψει μια σημείωση για να ξέρει ο αναγνώστης τη διαφορά; Δεν πρόκειται για παράλογη απαίτηση – ο Παύλος το κάνει αυτό στο Α΄ προς Κορινθίους 7, όπου διακρίνει τις θείες εντολές από τις δικές του απόψεις. Γιατί δεν το κάνουν αυτό οι ευαγγελιστές; Γιατί ο Παύλος το θεωρεί απαραίτητο, αλλά αυτοί όχι; Ο Λουκάς μάλιστα το αποκλείει και ως πιθανότητα όταν από τους πρώτους στίχους μας λέει πως η ιστορία του βασίζεται σε αυτόπτες μάρτυρες. Πουθενά δεν αναφέρει πως μέρος της είναι από αποκάλυψη. Είναι σημαντική παράλειψη, για να μην πω προσβολή προς το Θεό, το να μάθεις πράγματα με θαυμαστό τρόπο και μετά να τα παρουσιάσεις λες και τα είδες να συμβαίνουν με τα μάτια σου.

Επιπλέον, αν όντως είχαν μάθει πράγματα μέσω αποκάλυψης, τότε είναι σχεδόν σίγουρο πως οι ευαγγελιστές θα το ανέφεραν στα γραπτά τους. Το «δεν ήσασταν εκεί για να τα δείτε αυτά» θα ήταν σίγουρα η πιο συχνή ένσταση κατά του πρώιμου Χριστιανισμού και σίγουρα δεν θα βοηθούσε το ότι οι ευαγγελιστές κατέγραφαν περιστατικά που δεν βίωσαν οι ίδιοι. Η μόνη άμυνα θα ήταν να αποκαλύψουν με ποιο τρόπο έμαθαν αυτές τις πληροφορίες, αλλά δεν το κάνουν.

On the Way to Ithaca

Η συνωμοσία της σιωπής



 
 
Φανταστείτε πως είστε ένας φοιτητής του Ιστορικού που πρέπει να κάνει μια εργασία για τη ζωή του Γεωργίου Ουάσινγκτον, του πρώτου προέδρου των ΗΠΑ και ενός από τους πιο σημαντικούς πατέρες του αμερικανικού έθνους.

Εκ πρώτης όψεως η εργασία φαίνεται πολύ εύκολη. Υπάρχουν ένα κάρο εγκυκλοπαίδειες και βιβλία με βιογραφικά στοιχεία για τον Ουάσινγκτον γραμμένα από σοβαρούς ακαδημαϊκούς. Οποιοσδήποτε από αυτούς θα αρκούσε για να γραφεί μια αρκετά λεπτομερής εργασία. Επειδή όμως είστε πολύ επιμελείς, αυτό δε σας αρκεί. Για να αποκτήσετε ιδιαίτερα λεπτομερή εικόνα θέλετε να αγνοήσετε τις σύγχρονες πηγές, που γράφτηκαν αιώνες μετά τα γεγονότα, και να χρησιμοποιήσετε απ’ ευθείας τις πρωτογενείς πηγές. Θέλετε να βασίσετε την εργασία σας σε στοιχεία από πρώτο χέρι: γράμματα που έγραψε ο ίδιος ο Ουάσινγκτον, βιογραφίες που έγραψαν άνθρωποι που τον γνώριζαν προσωπικά και ιστορίες για τα λόγια και τα έργα του που γράφτηκαν όσο ακόμα ζούσε.

Χτενίζοντας τα αρχεία όμως, ανακαλύπτετε κάτι παράδοξο· δεν μπορείτε να εντοπίσετε καθόλου πρωτογενείς πηγές. Αν και ο Ουάσινγκτον υποτίθεται πως έκανε πολλά θαυμαστά πράματα – διοίκησε τον Ηπειρωτικό Στρατό, απελευθέρωσε τις αμερικανικές αποικίες από την Βρετανία, προήδρευσε της εθνοσυνέλευσης που έγραψε το Σύνταγμα των ΗΠΑ, έγινε ο πρώτος Πρόεδρος των ΗΠΑ – αλλά για κάποιο λόγο δεν υπάρχουν καθόλου αρχεία γραμμένα από άτομα που έζησαν τα γεγονότα ή απλά από άτομα που ζούσανε εκείνη την περίοδο. Οι ιστορικοί που ζούσαν την περίοδο του Ουάσινγκτον καθώς και αυτοί που έζησαν αμέσως μετά δεν τον αναφέρουν καθόλου. Οι πρώτες αναφορές δεν εμφανίζονται παρά σε αναξιόπιστα και κατακερματισμένα αρχεία που γράφτηκαν δεκαετίες μετά τον θάνατό του. Με τον καιρό οι αναφορές γίνονται περισσότερες μέχρι που έναν αιώνα αργότερα ένα σωρό ιστορικοί που δεν τον γνώρισαν, ούτε τον είδαν ποτέ όλοι μαρτυρούν την ύπαρξή του και τα έργα του. Αυτά τα γραπτά είναι που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας και δημιούργησαν την αφθονία στοιχείων που έχουμε σήμερα· όχι οι πρωτογενείς πηγές.

Δεν θα αρχίζατε να υποπτεύεστε πως κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει;

Σύμφωνα με τα ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, η φήμη του Ιησού έφτασε στα πέρατα της οικουμένης όσο ζούσε. Ήταν γνωστός στο Ισραήλ αλλά και εκτός αυτού (Μτ 4:25), ήταν γνωστός όχι μόνο ως διδάσκαλος και σοφός, αλλά και ως προφήτης και θαυματοποιός (Μτ 14:5, Λκ 5:15, Ιω 6:2). Μεγάλα πλήθη τον ακολουθούσαν όπου πήγαινε (Λκ 12:1), μετέστρεψε αρκετούς Εβραίους ώστε να οργίσει τους Φαρισαίους (Ιω 12:11), τράβηξε την προσοχή πολλών Εβραίων και Ρωμαίων ηγετών (Μτ 14:1, Λκ 19:47). Και όταν σταυρώθηκε έγιναν πολλά σημεία σε μεγάλη κλίμακα: ένας μεγάλος σεισμός (Μτ 27:51) παγκόσμια τρίωρη συσκότιση (Λκ 23:44) και τα σώματα των αγίων αναστήθηκαν από τους τάφους τους και άρχισαν να περπατάνε στους δρόμους της Ιερουσαλήμ, εμφανιζόμενοι σε πολλούς (Μτ 27:52-53).

Αν όλα αυτά όντως έγιναν, είναι απίστευτο που οι ιστορικοί της εποχής δεν τα πρόσεξαν.

Κι όμως, όταν εξετάζουμε τα στοιχεία, αυτό ακριβώς βλέπουμε. Ούτε ένας σύγχρονος ιστορικός δεν αναφέρει τον Ιησού. Το ιστορικό αρχείο δεν έχει αναφορές σ’ αυτόν για αρκετές δεκαετίες μετά τον υποτιθέμενο θάνατό του. Οι πρώτες-πρώτες εξωβιβλικές αναφορές είναι δύο σύντομα χωρία στο έργο του ιστορικού Ιώσηπου που γράφτηκαν γύρω στο 90 Κ.Χ., αλλά το πρώτο θεωρείται σχεδόν από όλους ότι είναι πλαστογραφία, ενώ εικάζεται πως πλαστό είναι και το δεύτερο. Η πρώτη αυθεντική εξωβιβλική αναφορά σε έναν ιστορικό, ανθρώπινο Ιησού δεν εμφανίζεται παρά στα μέσα του 2ου αι.

Ελάχιστοι Χριστιανοί απολογητές θα αναφέρουν όλα αυτά τα θαυμαστά γεγονότα, αλλά όπως και στην υποθετική ιστορία με τον Ουάσινγκτον, μπορούμε να υποθέσουμε πως κάτι είναι ύποπτο. Η ρόδινη εικόνα των ευαγγελίων με έναν περιπλανώμενο άγιο θαυματοποιό που τον ακολουθούσαν πλήθη χιλιάδων δεν έχει καμία σχέση με την καταγεγραμμένη ιστορία και η πραγματικότητα είναι πως δεν υπάρχουν αναφορές στον άνθρωπο Ιησού μέχρι το τέλος του 1ου αι.

Γιατί αυτό; Σίγουρα δεν έφταιξε το ότι δεν υπήρχαν αξιόλογοι ιστορικοί εκείνοι την περίοδο. Υπήρχε, για παράδειγμα, ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, ένας Εβραίος φιλόσοφος που έζησε από το 20 π.Κ.Χ. μέχρι το 50 Κ.Χ. Οι απόψεις του είχαν επηρεαστεί από τον Πλατωνισμό και είχαν αρκετά κοινά σημεία με το Χριστιανισμό και τα γραπτά του δείχνουν ότι είχε ενδιαφέρον για παρακλάδια όπως οι Εσσαίοι και οι Θεραπευτές. Έγραψε για τον Πόντιο Πιλάτο και, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, ζούσε μέσα ή κοντά στην Ιερουσαλήμ την περίοδο που ο Ιησούς πέθανε και συνεπώς πρέπει να είχε δει τα σημεία. Ωστόσο κανένα βιβλίο του δεν αναφέρει τον Ιησού ή τον Χριστιανισμό.

Το ίδιο συμβαίνει και με άλλους συγγραφείς της περιόδου. Ο Ιούστος της Τιβεριάδος, ένας ντόπιος Γαλιλαίος ιστορικός που συνέγραψε γύρω στο 80 Κ.Χ. καλύπτοντας την περίοδο που έζησε ο Ιησούς, δεν τον αναφέρει. Ο Ρωμαίος συγγραφέας Σενέκας ο Νεότερος που γεννήθηκε γύρω στο 3 π.Κ.Χ. και πέθανε γύρω στο 60 Κ.Χ. έγραφε συχνά περί ηθικής, αλλά δεν αναφέρει τίποτα για τον Ιησού και τη διδασκαλία του. Ο ιστορικός Πλίνιος ο Πρεσβύτερος γεννήθηκε γύρω στο 20 Κ.Χ. Έγραφε συχνά για επιστήμη και φυσικά φαινόμενα, αλλά στην 37-τομη «Φυσική Ιστορία» του δεν αναφέρει για κάποιον σεισμό ή παράξενο σκοτάδι την περίοδο που πέθανε ο Ιησούς, παρόλο που ζούσε όταν υποτίθεται ότι συνέβησαν όλα αυτά. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει ούτε μία σύγχρονη καταγραφή του σκοταδιού και κανείς δεν αναφέρει ούτε το σεισμό· πόσο μάλλον ένα μάτσο αναστημένους αγίους.

Τέτοια γεγονότα δημιουργούν ιστορικούς. Το να υποθέτουμε πως ούτε ένα άτομο από εκείνα που βίωσαν αυτά τα θαυμαστά γεγονότα δεν ένιωσε την ανάγκη να τα καταγράψει ή ότι κανείς δεν έκανε τον κόπο να συντηρήσει τέτοια αρχεία είναι στα όρια του παραλόγου. Μόνο και μόνο οι θαυματουργές ιάσεις του Ιησού, αν μαθεύονταν, θα προσέλκυαν μια πληθώρα κόσμου απελπισμένου για γιατρειά απ’ όλη την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Παράλληλα, αν μαθευόταν πως μπορούσε να αναστήσει και τους νεκρούς, όπως λένε τα ευαγγέλια (Μτ 9:25-26) τα πλήθη θα ήταν δεκαπλάσια. Σίγουρα κάποιος θα έγραφε για κάτι τέτοιο, έστω και αν το απέρριπτε ως λαϊκή δεισιδαιμονία. Και γεγονότα όπως η συσκότιση του ήλιου και η ανάσταση των αγίων, αν όντως συνέβησαν, θα είχαν αφήσει ανεξίτηλο σημάδι στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας και θα είχαν παράξει μια πληθώρα αναφορών γεμάτων δέος. Το να πούμε πως οι μετέπειτα γενιές απλά άφησαν αυτή την γνώση να εξαφανιστεί παύει να είναι απλά απίστευτο και καταντά γελοίο.

Ο μόνος λογικός τρόπος για να το εξηγήσουμε αυτό, πέρα από το να να υποθέσουμε μια «συνωμοσία σιωπής» μεταξύ των αρχαίων συγγραφέων, είναι ότι τα θαυμαστά αυτά γεγονότα που καταγράφονται στα ευαγγέλια δεν συνέβησαν ποτέ. Και κάποιοι μετριοπαθείς πιστοί μπορεί να προτιμήσουν αυτή την επιλογή. Μπορεί να πουν: Ναι, τα ευαγγέλια είναι έργο ανθρώπων. Μπορεί να υπερέβαλαν τη φήμη του Ιησού ή και να εφηύραν και μερικά θαύματα για να κάνουν πιο μουράτη την ιστορία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο Ιησούς δεν υπήρξε. Ίσως τα ευαγγέλια να διατήρησαν τον ιστορικό πυρήνα, λέγοντας την ιστορία ενός μεταρρυθμιστή Γαλιλαίου ραββίνου, η οποία διανθίστηκε από τις μετέπειτα γενεές.

Σ’ αυτό θα μπορούσαμε να αντιτάξουμε πως δεν είναι πως οι ιστορικοί της εποχής απλά δεν επιβεβαιώνουν τις λεπτομέρειες των ευαγγελίων, αλλά δεν αναφέρουν καθόλου τον Ιησού. Αν ήταν όντως ένα αληθινό πρόσωπο που έκανε έστω και κάποια από τα πράματα που αναφέρει η Βίβλος, δεν είναι παράλογο να τον είχε προσέξει τουλάχιστον ένας ιστορικός. Ο Ιώσηπος και άλλοι γράφουν για ψευδομεσσίες της εποχής τους. Φυσικά, αν υποθέσει κάποιος έναν Ιησού που δεν έκανε θαύματα και δεν τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή των συγχρόνων του, τότε προφανώς δεν μπορεί να αποδειχθεί πως ένα τέτοιο πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ. [...]

Τα ευαγγέλια δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως απόδειξη της ιστορικότητας του Ιησού, αφού η ίδια τους η αξιοπιστία είναι που τίθεται υπό αμφισβήτηση. Όταν ισχυρίζονται συγκλονιστικά γεγονότα που η ιστορία της εποχής δεν επιβεβαιώνει (όπως είδαμε περιληπτικά και παραπάνω) αυτό από μόνο αρκεί για θέσει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία τους. Επιπλέον, περιέχουν πολλές εσωτερικές αντιφάσεις που υποδηλώνει πως οι συγγραφείς δεν κατέγραψαν ιστορικά γεγονότα που ανακαλούσαν, αλλά μια ιστορία, όπου ένιωθαν άνετα να αλλάξουν κάποια σημεία για να τονίσουν κάτι. Τέλος, τα ίδια τα ευαγγέλια δεν είναι πρωτογενείς πηγές. Για την ακρίβεια, οι πρώτες αναφορές στα ευαγγέλια εμφανίζονται στα κείμενα του Ιουστίνου του Μάρτυρα και του Ειρηναίου του Λουγδούνου γύρω στο 150 Κ.Χ.! Αυτό σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι γράφτηκαν το νωρίτερο στα τέλη του 1ου αι., δεκαετίες μετά τα γεγονότα που περιγράφουν και μετά από χρόνο επαρκέστατο για να ανακατευθούν τα γεγονότα με τη μυθολογία και το θρύλο. Τέλος τα ευαγγέλια δεν είναι ανεξάρτητες μαρτυρίες. Είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι το κατά Μάρκον είναι το απλούστερο και γι’ αυτό πιθανότατα το παλαιότερο ευαγγέλιο που παρέχει την βασική ιστορία πάνω στην οποία χτίζουν ο Ματθαίος, ο Λουκάς και ενδεχομένως ο Ιωάννης, προσθέτοντας και αλλάζοντας λεπτομέρειες. Στην καλύτερη περίπτωση τα ευαγγέλια παρέχουν ανώνυμες, αργοπορημένες, θεολογικά κατευθυνόμενες πληροφορίες με λεπτομέρειες που οι άλλες σύγχρονες πηγές δεν επιβεβαιώνουν.

Αν ο Ιησούς Χριστός υπήρξε πραγματικά ως ιστορικό πρόσωπο, θα περιμέναμε να βρούμε πρωτογενείς, σύγχρονες μαρτυρίες· καταγεγραμμένα λόγια του και πράξεις του, γραμμένα από ανθρώπους που τον είδαν ή τουλάχιστον ζούσαν όταν ζούσε κι εκείνος. Θα περιμέναμε να υπήρχαν άφθονες μαρτυρίες από την αρχή. Από την άλλη, αν είναι απλά ένας θρύλος που αργότερα θεωρήθηκε αληθινό πρόσωπο, είναι φυσιολογικό να μη βρίσκουμε πρωτογενείς μαρτυρίες για την ζωή του. Είναι φυσιολογικό τα ιστορικά αρχεία να είναι ελάχιστα ή ανύπαρκτα και οι λεπτομέρειες να εμφανίζονται αργότερα, καθώς οι ιστορίες για τον θρύλο άρχισαν να διαδίδονται και να εμπλουτίζονται με κάθε επανάληψη. Είναι φυσιολογικό οι ξεκάθαρες αναφορές να εμφανίζονται πολύ μετά τον υποτιθέμενο θάνατό του. Και φυσικά, αυτό είναι το σενάριο που βρίσκουμε και στην πραγματικότητα.

Οι Χριστιανοί απολογητές συχνά επιμένουν πως τα αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη του Ιησού είναι τόσο ισχυρά που το να αρνηθούμε την ύπαρξή του θα σήμαινε πως θα έπρεπε να αρνηθούμε την ύπαρξη και πολλών άλλων ιστορικών μορφών, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Αβραάμ Λίνκολν. Η σύγκριση αυτή όμως είναι άκυρη. Γνωρίζουμε πως άτομα όπως ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Λίνκολν υπήρξαν ακριβώς επειδή έχουμε πρωτογενή στοιχεία: αντικείμενα φτιαγμένα από τους ίδιους, πράγματα που έγραψαν οι ίδιοι ή που έγραψαν οι σύγχρονοί τους γι’ αυτούς. Στην περίπτωση του Ιησού όμως δεν έχουμε τέτοια στοιχεία. Η μορφή των στοιχείων ταιριάζουν καλύτερα με τη γέννηση και τη διάδοση ενός θρύλου. Όπως είπε και κάποιος γνωστός, το να δεχόμαστε άκριτα την ιστορικότητα του Ιησού είναι σαν να διυλίζουμε κώνωπες και να καταπίνουμε καμήλους.

On the Way to Ithaca

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Μυστικές Κοινωνίες




Στην κοιλάδα του Κασμίρ, όπου πήγε ο Απολλώνιος, υπάρχει ένα μέρος που ονομάζεται Σριναγκάρ, που σημαίνει βασιλιάς των φιδιών. Ιδρυθέν από τον βουδιστή βασιλιά Ασόκα το 300 π.Χ. υπάρχει μια τοπική παράδοση ότι ένας μεγάλος σοφός ή ειδήμων ήρθε από την Ευρώπη τον 1ο αιώνα και τελικά πέθανε εκεί. Κάποιοι έχουν πει ότι αυτός ήταν ο Απολλώνιος, άλλοι ότι ήταν ο ίδιος ο Ιησούς. Μπορεί να υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτό, καθώς ο Φιλόστρατος αναφέρει ένα «Ιερό του Ηλίου», το οποίο ταιριάζει πολύ με κάποιο που βρίσκεται μόλις λίγα μίλια μακριά απ’ το Σριναγκάρ και λέγεται Ναός του Μέριλαντ. Ο Αυρήλιος υποσχέθηκε να ανεγείρει ναούς και αγάλματα προς τιμήν του, «διότι υπήρχε κάτι μεταξύ των ανθρώπων πιο ιερό, σεβάσμιο, ευγενές, και θείο από τον Απολλώνιο; Επανέφερε τους νεκρούς στην ζωή· έκανε και έλεγε πολλά πράγματα πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες» (The Magus του Francis Barrett).

Πραγματικά, ναοί και αγάλματα του Απολλωνίου ανηγέρθησαν σε πολλά μέρη, συμπεριλαμβανομένης και της δικής του πόλης των Τυάνων, ακόμη και αν αργότερα οι χριστιανοί κατέστρεψαν πολλά από αυτά. Σε αντίθεση με τον Ιησού, υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Απολλώνιος όντως υπήρξε. Όπως είπε ο Moncure Conway στο βιβλίο του Modern Thought, «Ο κόσμος έχει ασχοληθεί πολύ καιρό με την συγγραφή βίων του Ιησού». Ακόμη κι αν έγραφαν για έναν άνθρωπο χωρίς προέλευση.

Το τέταρτο ευαγγέλιο λέει: «Υπάρχουν δε και πολλά άλλα, όσα έκαμεν ο Ιησούς, τα οποία εάν γράφονταν ένα προς ένα, νομίζω ότι ολόκληρος ο κόσμος δεν θα χωρούσε τόσα βιβλία. Αμήν.»

Η βιβλιοθήκη τέτοιων βιβλίων έχει αυξηθεί από τότε. Αλλά όταν τα εξετάσουμε, ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα εκπληκτικό γεγονός: Όλα αυτά τα βιβλία γράφουν για ένα πρόσωπο για το οποίο δεν υπάρχει ούτε ίχνος σύγχρονων πληροφοριών – ούτε ένα! Κανείς δεν μπορεί να πει με οποιαδήποτε πεποίθηση στην αλήθεια, και όχι στην πίστη, ότι ο Ιησούς ήταν πραγματικό πρόσωπο.

Από την άλλη και κατά την αποδεκτή παράδοση, ο Απολλώνιος γεννήθηκε επί βασιλείας Αυγούστου, την μεγάλη λογοτεχνική εποχή του έθνους του οποίου ήταν υπήκοος. Στην εποχή του Αυγούστου, ανθούσαν οι ιστορικοί· ποιητές, ρήτορες, κριτικοί και ταξιδιώτες αφθονούσαν. Ωστόσο, κανένας από αυτούς δεν αναφέρει το όνομα του Ιησού Χριστού, πολύ λιγότερο κάποιο συμβάν της ζωής του. Ο Ιησούς δεν μας άφησε κανένα γραπτό κείμενο, αν και υπάρχει μια αυξανόμενη εικοτολογία ότι το Ευαγγέλιο του Θωμά γράφτηκε από το χέρι του. Αυτή αναπτύσσεται λόγω της σύγχρονης χριστιανικής προπαγάνδας. Αν πράγματι υπήρξε, τότε ταξίδεψε μόνο στην Ιουδαία και την Αίγυπτο. Ο Απολλώνιος ταξίδεψε εκτενώς και έγραψε εκτενώς. Ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος παραδέχθηκε ότι στον Απολλώνιο χρωστούσε την φιλοσοφία του, και ανήγειρε ναούς και αγάλματα προς τιμήν του. Δεν ανηγέρθησαν αγάλματα ή ναοί του Ιησού.

Ο Faust είπε, «Όλοι ξέρουν ότι τα Ευαγγέλια δεν γράφτηκαν ούτε από τον Ιησού ούτε από τους αποστόλους του, αλλά πολύ μετά από αυτούς από κάποιους αγνώστους, οι οποίοι, κρίνοντας ορθά ότι δύσκολα θα γίνονταν πιστευτοί λέγοντας πράγματα που δεν είχαν δει οι ίδιοι, κυκλοφόρησαν τις αφηγήσεις τους με τα ονόματα των αποστόλων ή των μαθητών συγχρόνων με τους τελευταίους». [...]

Αλλά το τέλος ήταν κοντά. Το γεγονός ότι υπήρχε κίνδυνος ο Απολλώνιος να σφετεριστεί την «ιδέα» του Χριστού με την δική του «πραγματική» ζωή προκάλεσε μεγάλη ανησυχία μεταξύ των πρώτων Χριστιανών. [...] Ίσως το γεγονός ότι είχαν γραφτεί τόσα πολλά για τον Απολλώνιο έκανε αδύνατη την «χρήση» του ως το νέο θρησκευτικό σύμβολο. Η νέα δημιουργία της Χριστιανικής Εκκλησίας χρειαζόταν μια νέα αρχή, η οποία θα περιελάμβανε όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία από άλλες παγανιστικές πίστεις, ώστε να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητά της. Σύμφωνα με τον Phillimore, ο Απολλώνιος ίδρυσε πράγματι μια εκκλησία και μια κοινότητα, η οποία αποτελείτο από τους μαθητές του. Είναι πολύ πιθανό ότι συνδέονταν με ένα παρακλάδι των Εσσαίων, γνωστοί ως Θεραπευτές ή Ναζαρηνοί.

Πράγματι υπήρξε μια ομάδα γνωστή ως Απολλωνίειοι, οι οπαδοί του Απολλωνίου, η οποία επιβίωσε πραγματικά μερικούς αιώνες μετά τον θάνατό του. Αυτοί απετέλεσαν αυτό που έγινε η Χριστιανική Εκκλησία, μετά την Σύνοδο της Νίκαιας – οπότε ο Απολλώνιος πράγματι ξεκίνησε τον Χριστιανισμό, βασισμένο σε ερπετικούς μύθους και παραδόσεις της παλαιότερης τάξης.

Ο Ευνάπιος δήλωσε ότι ο Φιλόστρατος θα έπρεπε να ονομάσει το βιβλίο του «Η επίσκεψη του Θεού στους ανθρώπους». Αντ’ αυτού το βιβλίο του Φιλοστράτου είχε τίτλο Βίος Απολλωνίου – και όταν ελήφθη η απόφαση να επιλεχθεί ο νεοσύστατος Χριστός, το όνομα Απολλώνιος κατεστάλη. Είναι κυρίως λόγω των βιβλίων όπως αυτό του Φιλοστράτου που πυρπολήθηκαν οι αρχαίες βιβλιοθήκες σε μέρη όπως η Αλεξάνδρεια.

Secret Societies, σελ. 151-155

Ιησούς: Μύθος ή Πραγματικότητα;




Η ιστορία του Κρίσνα είναι μια καταγραφή των αρχαίων ινδικών θρύλων. Πιστεύεται ότι έφτασε στην Ευρώπη ήδη από το 800 ΠΚΕ. Πιθανώς την έφεραν Φοίνικες. Ένας επιφανής ιστορικός ονόματι Χίγκινς ισχυρίζεται ότι η λατρεία του Κρίσνα ήταν γνωστή στην Ιρλανδία σε ακόμη παλαιότερη εποχή. Προσκομίζει ως αποδείξεις έναν όγκο γλωσσολογικών έργων και αρχαιολογικών στοιχείων. Ο Κρίσνα επανεισήχθη στην δυτική κουλτούρα από τον Μέγα Αλέξανδρο μετά την επέκταση της αυτοκρατορίας του και μια επίσκεψη στην Ινδία. Η θρησκεία εισήχθη εκ νέου στην Αλεξάνδρεια τον πρώτο αιώνα από τον Απολλώνιο Τυανέα.

Η ιστορία που έλεγαν οι αρχαίοι ήταν: Υπήρχε στην Ινδία ένας πολύ μεγάλος σοφός που λεγόταν Ντέβα Μπαντισατόρια. Μεταξύ άλλων έγραψε μια μυθολογική περιγραφή του Krishna που ενίοτε ονομάζεται Chrishna. Περί το 38 ή το 40 Κ.Ε. ο Απολλώνιος καθώς ταξίδευε στην Ανατολή βρήκε αυτήν την ιστορία στην Σιγκαπούρη. Την θεώρησε τόσο σημαντική που την μετέφρασε στην γλώσσα του, δηλαδή τα σαμαρείτικα. Σε αυτήν έκανε κάποιες αλλαγές σύμφωνα με την δική του κατανόηση και φιλοσοφία. Επιστρέφοντας την έφερε στην Αντιόχεια και εκεί πέθανε. Περίπου 30 χρόνια αργότερα ένας άλλος Σαμαρείτης ονόματι Μαρκίων την βρήκε. Έφτιαξε ένα αντίγραφο με περισσότερες αλλαγές. Το έφερε στην Ρώμη περί το 130 Κ.Ε. Όπου μεταφράστηκε στα ελληνικά και στα λατινικά αυτές οι ομοιότητες αποτελούν τον λόγο που ο Χριστιανισμός έχει αποτύχει στην Ινδία για αιώνες, παρά τις κατ’ επανάληψιν προσπάθειες. Οι Βραχμάνοι αναγνώρισαν τον Χριστιανισμό ως μια σχετικά πρόσφατη απομίμηση της πολύ παλαιότερης θρησκείας τους. Επίσης θεωρούν πολύ ανώτερη την αρχική τους εκδοχή. [...]

Ο απόστολος Παύλος, ο οποίος θεωρείται ως ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος για την διάδοση της θρησκείας, ήταν ένα μυθικό απάνθισμα αρκετών χαρακτήρων. Δημιουργήθηκε από τον Σαούλ της Παλαιάς Διαθήκης, τον Απολλώνιο Τυανέα, και τον Έλληνα ημίθεο Ορφέα.

Jesus: Myth Or Reality?, σελ. 29, 43

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Ο Πρίγκιπας της Ειρήνης




Αυτή είναι μια ζωγραφιά του Χριστού από την Akiane όταν ήταν μόλις 8 ετών, αν και δεν μοιάζει πολύ με τις γνωστές απεικονίσεις του Ιησού. Αξιοσημείωτο το ελαφρώς ανασηκωμένο αριστερό φρύδι, σήμα κατατεθέν όλων των εικόνων του Ιησού.




Σε αυτό το βίντεο συγκρίνεται το μωσαϊκό ISA με το Σάβανο και την παραπάνω ζωγραφιά.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Χριστιανισμός: ο Ένας, οι Πολλοί




Ο πιο συχνά αναφερόμενος ψευδο-Ιησούς ήταν ο Απολλώνιος Τυανέας. Ο Απολλώνιος, του οποίου η καλώς τεκμηριωμένη ζωή αντικατόπτριζε εκείνη του Ιησού, γεννήθηκε τον πρώτο αιώνα ΚΕ από επιφανείς γονείς στην ρωμαϊκή πόλη των Τυάνων, στην σημερινή Τουρκία. Μορφώθηκε στην Ταρσό, μια πόλη που συνδέεται με τον Παύλο. Σύμβουλος του Βεσπασιανού και του Μάρκου Αυρηλίου, ο Απολλώνιος ήταν φημισμένος ως μάγος και θεραπευτής· ο θρύλος λέει ότι ανέστησε εκ νεκρών την κόρη ενός Ρωμαίου γερουσιαστή. Έγραψε βιβλία περί θυσιών και αστρολογίας και λέγεται ότι ίδρυσε μια σχολή μυστηρίων στην Έφεσο. Ταξίδεψε ευρέως στον πολιτισμένο κόσμο της εποχής του. Οι βιογράφοι έχουν διαφωνήσει πού ή σε ποια ηλικία πέθανε ο Απολλώνιος – ή αν πέθανε ή απλώς «εξαφανίστηκε». Οι θρύλοι αφηγούνται την εμφάνιση του Απολλωνίου μετά θάνατον, θυμίζοντας την ανάσταση του Ιησού. Έχει προταθεί ότι ο Απολλώνιος έγραψε μερικές από τις επιστολές του Παύλου. Οι οπαδοί της θεωρίας ισχυρίζονται ότι ο Απολλώνιος ανασυσκευάστηκε ως Ιησούς κάπου μεταξύ του τέλους του πρώτου αιώνα και της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου (312-337). [...] Εκτός και αν κάποια μεγάλη ανακάλυψη, συγκρίσιμη με την βιβλιοθήκη στο Ναγκ Χαμαντί, παράσχει στοιχεία, η θεωρία του Απολλωνίου μπορεί να θεωρείται μόνον υποθετική. Σύγχρονες εσωτερικές διδασκαλίες υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς μετενσαρκώθηκε ως Απολλώνιος.

Christianity: the One, the Many, σελ. 49-50

ΣΧΟΛΙΟ:
Κατ’ αρχάς ο Μάρκος Αυρήλιος έζησε μετά τον Απολλώνιο και δεν τον είχε ως σύμβουλο. Όσο για την μεγάλη ανακάλυψη, ίσως αυτή να αποδειχθεί η Σινδόνη του Τορίνο.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Έντουαρντ Γκίμπον και Απολλώνιος




Σε αρκετές σελίδες αναπαράγεται το παρακάτω σχετικά με τον Απολλώνιο:

«Ο Έντουαρντ Γκίμπον, αλλά και συγγραφείς του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, διατύπωσαν την άποψη ότι ο Ιησούς δεν ήταν άλλος από τον Απολλώνιο τον Τυανέα.»

Πρόκειται για αστικό μύθο. Αυτό που έχει γράψει ο Γκίμπον είναι το εξής:

«Apollonius of Tyana was born about the same time as Jesus Christ. His life (that of the former) is related in so fabulous a manner by his disciples, that we are at a loss to discover whether he was a sage, an impostor, or a fanatic.»

Δεν υπάρχει λοιπόν απόπειρα ταύτισης Απολλωνίου-Ιησού από τον Γκίμπον.