Translate

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η συνωμοσία του Χριστού




Αν και στις Πράξεις ο Παύλος ισχυρίζεται ότι «Ποία μεν υπήρξε η ζωή και η δράσις μου στο έθνος μου και εις τα Ιεροσόλυμα από την αρχήν της νεότητός μου και εντεύθεν, γνωρίζουν όλοι οι Ιουδαίοι», όπως ο Ιησούς και οι δώδεκα δεν εμφανίζεται σε καμμιά ιστορική καταγραφή, αν και κάποια από τα γεγονότα της ζωής του ήταν αρκετά σημαντικά. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει αναφορά στον Ιώσηπο ή σε κανέναν άλλο για τους «διακόσιους στρατιώτες με τους εβδομήντα ιππείς και τους διακόσιους λογχοφόρους» οι οποίοι φέρεται να πήγαν «έως την Καισάρεια» για να φέρουν τον Παύλο ενώπιον του κυβερνήτη Φήλικα. Όπως αφηγείται ο Γκράχαμ, ο ιστορικός Σενέκας ήταν «ο αδελφός του Γαλλίωνα, ανθυπάτου της Αχαΐας ακριβώς τον καιρό που λέγεται ότι ο Παύλος κήρυττε εκεί. Ενώ έγραψε για πολλά ασήμαντα πράγματα, δεν γίνεται καμμία αναφορά στον Παύλο ή στον θαυματοποιό Χριστό». Η ιστορία της ζωής του Παύλου έχει τον ίδιο μυθολογικό αέρα πολλών σπουδαίων «ανδρών», η οποία αλλάζει για να βολεύει τον αφηγητή. Για παράδειγμα, στην ΚΔ, υπάρχουν τρεις διαφορετικές (και απόκρυφες) περιγραφές του προσηλυτισμού του (Πράξεις 9:7, 22:9, 26:13).

Όπως και τόσοι άλλοι βιβλικοί χαρακτήρες, ο Παύλος είναι επίσης μυθικός. Στην πραγματικότητα, έχει υποστηριχθεί ότι «ιστορικές» λεπτομέρειες που προστέθηκαν αργότερα στην ευαγγελική έκδοση του μύθου ελήφθησαν από την ζωή του Απολλωνίου του Ναζαρηνού. Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία, ο Απολλώνιος ονομαζόταν επίσης «Απολλώς», ή «Paulus» στα λατινικά. Πολλά στοιχεία της ζωής του Παύλου συμφωνούν με αυτά του Απολλωνίου, συμπεριλαμβανομένης της διαδρομής των ταξιδιών του, η οποία είναι σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη του Απολλωνίου σύμφωνα με την περιγραφή του βίου του από τον Φιλόστρατο. Το γεγονός ότι ο Παύλος ήταν από μια κατά κύριο λόγο ελληνική πόλη, την Ταρσό, και έμοιαζε με Έλληνα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο προσδίδει αξιοπιστία σε αυτόν τον ισχυρισμό, καθώς, σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ο Έλληνας Απολλώνιος πέρασε μέρος της νιότης του στην Ταρσό. Όπως και του Παύλου, τα ταξίδια του Απολλωνίου ξεκίνησαν από την Αντιόχεια. Ο Απολλώνιος καταγράφεται επίσης να έχει ταξιδέψει στην Ινδία με τον πιστό του μαθητή Δάμι (Δημά) και να έχει επισκεφτεί τους Βραχμάνες. Σε αυτό το ταξίδι, γράφει ο Φιλόστρατος, ο Απολλώνιος «απέκτησε από τους Άραβες μια γνώση της γλώσσας των ζώων», μια ενδιαφέρουσα ιστορία αν αναλογιστούμε ότι ο Παύλος στην προς Γαλάτας ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε μια τριετή επίσκεψη στην Αραβία, διάστημα κατά το οποίο ο θρύλος λέει ότι έμαθε διάφορα μυστήρια. Η υποτιθέμενη επίσκεψη του Παύλου στην «Αραβία», ή την ανατολή, συμφωνεί επίσης με τον ισχυρισμό ότι ο Απολλώνιος πήγε στην ανατολή, όπου συγκέντρωσε διάφορα βιβλία, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είχαν την ιστορία του Kρίσνα.

Ο Απολλώνιος επέστρεψε από την Ινδία, όπως γράφει ο Waite, «πηγαίνοντας νότια έως την θάλασσα, από εκεί με πλοίο, μέχρι τον Ευφράτη στην Βαβυλώνα, μετά, μέσω της Αντιοχείας, προς Κύπρο και Πάφο». Το τελευταίο ταξίδι είναι αυτό ακριβώς που λέγεται για τον Παύλο. Ο Απολλώνιος εν συνεχεία πήγε στην Έφεσο, όπου οι άνθρωποι συνέρρεαν σ’ εκείνον και όπου έκανε θαύματα, όπως έκανε και κατόπιν στην Αθήνα, στην ίδια διαδρομή που ακολούθησε ο Παύλος, αν και υποτίθεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως ο Παύλος, ο Απολλώνιος μετά πήγε στην Κόρινθο, όπου είχε έναν μαθητή ονόματι Λύκιο, ή Λουκά. Αφού ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα, στην συνέχεια πήγε στην Ρώμη, όπου κατηγορήθηκε για προδοσία, και από εκεί στην Ισπανία και την Αφρική, επιστρέφοντας στην Ιταλία και την Σικελία.

Μετά το ταξίδι στην Αλεξάνδρεια και κάτω στην Νουβία, σε μια αρχαία γυμνοσοφική/βουδιστική/βραχμανική κοινότητα, ο Απολλώνιος επέστρεψε στην Ιταλία, Ελλάδα και στον Ελλήσποντο, όπου έψεξε τους πλανώμενους Αιγυπτίους και Χαλδαίους οι οποίοι εξαπατούσαν τους ανθρώπους μ’ έναν τυπικό ιερατικό τρόπο. Περνώντας από εκεί, αναμφίβολα ο Απολλώνιος σταμάτησε στην Σαμοθράκη, την πατρίδα των εκθειασμένων μυστηρίων και ένα από τα ισχυρά κέντρα της προχριστιανικής λατρείας του Ιασίου/Ιησού, ένα ταξίδι που επίσης έκανε ο Παύλος. Όπως ο Παύλος, ο Απολλώνιος κλήθηκε στην Ρώμη και φυλακίστηκε, απ’ όπου δραπέτευσε. Του αποδόθηκαν πολλά άλλα θαύματα, συμπεριλαμβανομένης μιας εμφάνισης μετά θάνατον στην πατρίδα του τα Τύανα.

Λέγεται ότι ο Σαμαρείτης Απολλώνιος δεν συμπαθούσε την Ιουδαία και ότι κήρυττε ως επί το πλείστον στους Εθνικούς, όπως ακριβώς λέγεται για τον Παύλο, ο οποίος σύμφωνα με την βιβλική ιστορία κήρυξε στους Εθνικούς για 17 χρόνια πριν κηρύξει στους Εβραίους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί εξ αυτών των «Εθνικών» ήταν στην πραγματικότητα Σαμαρείτες, οι οποίοι αποτελούσαν τις υπόλοιπες 10 φυλές του Ισραήλ, σύμφωνα με την περιγραφή τους.

The Christ Conspiracy, σελ. 173-175

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

To Ρεύμα των Μυθικιστών




Αυτό είναι το βιβλίο του Μηνά Παπαγεωργίου σχετικά με το πρόβλημα της ιστορικότητας του Ιησού. Βασικός του σκοπός η παρουσίαση των θέσεων του Μυθικισμού μέσα από συνεντεύξεις των κυριωτέρων εκπροσώπων αυτής της θεώρησης.

Στις 9 από τις 12 συνεντεύξεις, ο Ιησούς αντιπαραβάλλεται με διάφορα πρόσωπα, όπως ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Μίθρας και ο Διόνυσος, με τους ερευνητές να παρουσιάζουν ποια στοιχεία αυτών των προσώπων ομοιάζουν ή ενσωματώθηκαν στην ιστορία του Ιησού. Για το κεφάλαιο του Απολλωνίου ο Παπαγεωργίου επέλεξε την Μαρία Τζιέλσκα. Φτάνοντας όμως στο σχετικό κεφάλαιο διαβάζουμε με απογοήτευση:

«Αξίζει να σημειωθεί πως εξ αρχής η κυρία Dzielska μου ζήτησε να μην της απευθύνω ερωτήσεις που θα επικεντρώνονται στο ζήτημα της σύγκρισης Ιησού-Απολλώνιου.» (σελ. 231)

Έτσι η συνέντευξη αναλώνεται κυρίως σε γενικά θέματα περί της ζωής του Απολλωνίου τα οποία η Τζιέλσκα παρουσιάζει και στο βιβλίο της. Το μόνο που λέει για το θέμα είναι το εξής:

«Εκείνη την εποχή η φήμη της χριστιανικής θρησκείας δεν είχε ακόμα εξαπλωθεί. Ήταν η περίοδος των Αποστόλων και των ακολούθων τους. Ο ιστορικός Απολλώνιος ο Τυανεύς πιθανό να μην είχε καμία γνώση σχετικά με την χριστιανοσύνη.» (σελ. 236)

Πολύ σημαντική δήλωση. Είναι ανεξήγητη αυτή η άγνοια για κάποιον που ασχολήθηκε με όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα και συστήματα της εποχής. Εκτός και αν τότε αυτή η θρησκεία δεν υπήρχε. Η δικαιολογία ότι η φήμη της δεν είχε ακόμα εξαπλωθεί δεν είναι καθόλου πειστική, ειδικά από την στιγμή που ο Απολλώνιος έζησε στην ίδια ακριβώς περιοχή και ταξίδευε συνεχώς προς αναζήτηση νέας γνώσης.

Κατά τ’ άλλα η Τζιέλσκα δεν δηλώνει οπαδός του Μυθικισμού και κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι. Αυτό θα εξηγούσε και την άρνησή της να μιλήσει γι’ αυτό το θέμα. Έτσι όμως το βιβλίο στερείται ίσως το πιο σημαντικό του μέρος. Τον Ιησού απέναντι στον Απολλώνιο Τυανέα.

Mύθοι της Βίβλου




Δεν υπάρχει τέλος σ’ αυτό το υλικό, αλλά το λίγο που παρουσιάζεται εδώ θα πρέπει να απαντάει στο ερώτημα: Aν δεν υπήρξε Χριστός, πού βρήκαν οι δημιουργοί το υλικό για έναν τέτοιο χαρακτήρα; Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αχανή μυθική δεξαμενή, μαζί με την Παλαιά Διαθήκη, βλέπουμε ότι δεν τους έλειπαν οι πηγές. Όπως επισημάνθηκε αλλού, είχαν πρόσβαση σε αρχαία γνώση τελείως άγνωστη σ’ εμάς σήμερα, καθότι κατεστραμμένη. Μόνον οι δύο βιβλιοθήκες στην Αλεξάνδρεια είχαν περίπου δύο εκατομμύρια τόμους.

Πλην αυτών υπήρχαν τότε ορισμένοι μάγοι των οποίων τα κατορθώματα οι εύπιστοι θεωρούσαν θαύματα – ο Κέλσος για παράδειγμα, από τον οποίο ονομάστηκε ο μεταγενέστερος Παράκελσος. Μετά υπήρχε ο Σίμων ο Μάγος, που αναφέρεται στις Πράξεις. Ο Απολλώς ήταν, ίσως, ο Απολλώνιος από τα Τύανα, του οποίου τα «θαύματα» τόσο πολύ εντυπωσίασαν τον Ιουστίνο τον Μάρτυρα ώστε δήλωσε:

«Πώς γίνεται και τα φυλαχτά του Απολλωνίου έχουν ισχύ πάνω σε συγκεκριμένα μέρη της δημιουργίας, επειδή αποτρέπουν, όπως βλέπουμε, την μανία των κυμάτων, την σφοδρότητα των ανέμων και τις επιθέσεις των αγρίων ζώων; Και ενώ τα θαύματα του Κυρίου μας διατηρούνται μόνον από την Παράδοση, αυτά του Απολλωνίου είναι πολύ περισσότερα και πραγματικά εκδηλώνονται σε γεγονότα του παρόντος.»

Γι’ αυτόν τον άνδρα η Aμερικανική Εγκυκλοπαίδεια λέει:

«Πυθαγόρειος φιλόσοφος γεννηθείς στα Τύανα, περίπου στην αρχή της χριστιανικής περιόδου. Πρέσβευε θαυματουργές δυνάμεις, ήταν σεβαστός για την σοφία του, και εθεωρείτο από κάποιους ως ανταγωνιστής του Χριστού.»

Ιδού ένας άνθρωπος ο οποίος είχε μια χρήσιμη ανθρώπινη δύναμη ενώ ο θαυματοποιός της Εκκλησίας «διετηρείτο μόνον από την Παράδοση», και βασιζόταν στην μυθολογία. Καθόλου παράξενο λοιπόν που τα φυλαχτά του δεν λειτουργούσαν ενώ του Απολλωνίου ναι.

Σύμφωνα με κάποιους, σε αυτόν τον άνδρα χρωστάμε όλη την ιστορία του Χριστού. Το επιχείρημα έχει ως εξής: Στην αρχαία Ινδία υπήρχε ένας πολύ μεγάλος σοφός ονόματι Deva Bodhisatoua. Ανάμεσα στα άλλα έγραψε μια μυθολογική περιγραφή του Krishna, που ενίοτε γράφεται Chrishna. Περί το 38 ή 40 μ.Χ. ο Απολλώνιος ταξιδεύοντας στην Ανατολή βρήκε αυτήν την ιστορία στην Σιγκαπούρη. Την θεώρησε τόσο σημαντική που την μετέφρασε στην γλώσσα του, δηλαδή τα σαμαρείτικα. Σε αυτήν έκανε κάποιες αλλαγές σύμφωνα με την δική του κατανόηση και φιλοσοφία. Επιστρέφοντας την έφερε στην Αντιόχεια, και εκεί πέθανε.

Περίπου τριάντα χρόνια αργότερα ένας άλλος Σαμαρείτης, ο Μαρκίων, την βρήκε. Έφτιαξε και αυτός ένα αντίγραφο με περισσότερες αλλαγές. Το έφερε στην Ρώμη περί το 130 μ.Χ., όπου το μετέφρασε στα ελληνικά και τα λατινικά. Αυτό το αντίγραφο άρπαξε ένα πεινασμένο και αποκληρωμένο ιερατείο και έφτιαξε την Καινή Διαθήκη. Ο Απολλώνιος έγινε Απολλώς, ο Μαρκίων, Μάρκος και ο Κρίσνα, Χριστός. Αλήθεια ή όχι, πολλά από αυτά που αποδίδονται στον Χριστό υπάρχουν και στην ιστορία του Κρίσνα.

Deceptions and Myths of the Bible, σελ. 289-290

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Ιησούς και Παύλος


Παρακάτω είναι κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο Τι συνέβη στο δρόμο για τη Δαμασκό της Lena Einhorn (σελ. 196-275) σύμφωνα με το οποίο ο Παύλος δεν ήταν άλλος από τον Ιησού. Όπως επισημαίνει η συγγραφέας (και είδαμε προηγουμένως) κάποιοι ερευνητές έχουν διακρίνει ομοιότητες μεταξύ Απολλωνίου και Παύλου ή Απολλωνίου και Ιησού, αλλά ουδείς εξ αυτών σκέφτηκε να συγκρίνει τις ομοιότητες μεταξύ Ιησού και Παύλου. Η Einhorn αναλαμβάνει να καλύψει αυτό το κενό.




Αν κάποιος εξετάσει τα ευαγγελικά κείμενα από μη θρησκευτική άποψη, έχει δύο επιλογές: είτε αποδέχεται τα συγκεκριμένα στοιχεία της περιγραφής των παθών – ο Ιησούς έζησε, σταυρώθηκε, ενταφιάστηκε, αναστήθηκε και ανελήφθη στους ουρανούς – και προσπαθεί να βρει λογικές εξηγήσεις είτε απορρίπτει τα βασικά στοιχεία της περιγραφής ως μυθεύματα.

Είναι φυσικά, δυνατόν ο Ιησούς να σταυρώθηκε, με τον ίδιο τρόπο που κι άλλοι συνάντησαν την ίδια φριχτή μοίρα, και ότι πέθανε, με τον ίδιο τρόπο που πέθαναν σχεδόν όλοι οι άλλοι σταυρωμένοι. Και ότι κατόπιν παρέμεινε νεκρός (είτε οι μαθητές είχαν κρύψει το σώμα είτε όχι· είτε κάποιος αργότερα είχε παραισθήσεις ότι τον είδε είτε όχι). Αλλά το αξιοπερίεργο είναι ότι υπάρχουν τόσα πολλά στις περιγραφές περί σταύρωσης και ταφής που αποτελούν ένδειξη ότι κάτι διαφορετικό συνέβη εδώ. Συναντούμε κατ’ αρχάς πολλές παρατυπίες, οι οποίες ίσως δεν έχουν γίνει σκόπιμα. Είναι σαν οι ευαγγελιστές να θέλησαν να μας μεταφέρουν την ιστορία ως ακριβώς είχε. Αλλιώς, γιατί δεν τον άφησαν να κρέμεται στο σταυρό τρεις μέρες και να πεθαίνει όπως όλοι οι άλλοι σταυρωμένοι; Αυτό θα ήταν πολύ πειστικότερο από να πουν ότι τον κατέβασαν μετά έξι ώρες. Γιατί επιτρέπουν να γίνει γνωστό ότι θέλει κάτι να πιει; Όταν το ήπιε, γιατί λέγεται ότι πεθαίνει; Γιατί να επισημάνουν ότι έσπασαν τα οστά της κνήμης των ληστών στους παραπλήσιους σταυρούς και όχι του Ιησού; Και, τέλος, γιατί να περιγράφουν ότι τον τύλιξαν σε 30 κιλά ουσίες με φαρμακευτικές ιδιότητες, ουσίες που χρησιμοποιούνται για την θεραπεία πληγών;

Δεν είναι δύσκολο να αποκομίσει κανείς την εντύπωση ότι ο στόχος όλης αυτής της διαδικασίας, την οποία υφίσταται ο Ιησούς, ήταν η επιβίωση. Και αφού τα Ευαγγέλια συγκλίνουν στο γεγονός ότι όντως ο Ιησούς παρουσιάστηκε ξανά ζωντανός, έχουμε λόγο να πιστέψουμε ότι συνέβη. Ναι, αλλά τότε τι είναι η ανάληψη;

Ο Ιησούς έχει πολλούς λόγους να εξαφανιστεί ξανά, αφού έχει παρουσιαστεί πάλι ζωντανός. Αναφέραμε ήδη έναν: αυτόν που εγγυάται «αιώνια ζωή» και επιβεβαιώνει την θεία φύση του.

Υπάρχει βεβαίως και άλλος ένας λόγος. Ο Ιησούς σταυρώθηκε (εάν σταυρώθηκε) επειδή οι αρχές – είτε το Σανχεντρίν είτε οι Ρωμαίοι – το ήθελαν ή τουλάχιστον ένιωθαν αναγκασμένες να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Φυσικά ο Ιησούς δεν μπορούσε να αρχίσει να περιφέρεται παντού σαν να μην είχε συμβεί τίποτα! Είτε είχε επιβιώσει χάρη στη φροντίδα κάποιων αρχών είτε μόνο με την βοήθεια των πλησίον του – είτε χάρη και στα δύο – πρέπει οπωσδήποτε να εξαφανιστεί. Πιθανόν να εγκαταλείψει και την χώρα.

Κατά πάσα πιθανότητα αυτό είναι που ονομάζεται «ανάληψη στους ουρανούς» στο κατά Λουκάν. Αυτό είναι που παραμένει ασχολίαστο στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Ιωάννη. Η ιστορία του Ιησού τελειώνει όταν τελειώνουν και τα Ευαγγέλια. Απλώς επειδή ο Ιησούς εξαφανίζεται από προσώπου γης. [...]

Την πρώτη φορά που άκουσα τον ισχυρισμό ότι ο Ιησούς δεν πέθανε στον σταυρό ήταν πριν από 25 χρόνια· κάποιος γνωστός το ανέφερε εκεί που τρώγαμε. Αυτό προκάλεσε μια αντίδραση του τύπου: «ώστε, έτσι λοιπόν!». Τα κομμάτια του παζλ μπήκαν στη θέση τους: ο απρόθυμος για τη σταύρωση του Ιησού, Πόντιος Πιλάτος, ο σύντομος χρόνος παραμονής στο σταυρό, ο αναστημένος και ολοζώντανος Ιησούς. Κι εκείνο το περίπλοκο κατασκεύασμα θανάτου, ανάστασης και ανάληψης έλαβε την λογική του εξήγηση. Όσο για το τελευταίο, την ανάληψη, δεν ήταν φυσικά τίποτε άλλο παρά μια φυγή από τη χώρα κατόπιν απαίτησης των Ρωμαίων, με αντάλλαγμα την ζωή του Ιησού.

Αλλά αμέσως παρουσιάστηκε το ερώτημα: τι έγινε μετά; Μιλάμε για ένα άτομο με τόσα ισχυρά οράματα· ένα άτομο που, όπως φαίνεται, είχε προσχεδιάσει – και επιτύχει καταπώς απεδείχθη – να επιζήσει, παρά την καταδικαστική εις θάνατο απόφαση· ένα άτομο με την απαρασάλευτη θέληση να διαδώσει τη διδασκαλία του σε όλο τον κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος, λοιπόν, δεν μπορεί απλώς να εξαφανιστεί. [...]

Υπάρχουν, άραγε, φήμες που διαδόθηκαν εντός των χριστιανικών κύκλων; Βεβαίως! Μια εντελώς απρόσμενη πηγή πληροφόρησης, όσον αφορά την μοίρα του Ιησού μετά τη σταύρωση και την ανάληψη, βρίσκουμε σε έναν από τους πλέον εξέχοντες εκκλησιαστικούς πατέρες, τον Ειρηναίο. [...] Ο Ειρηναίος γράφει [...] μεταξύ άλλων:

«Όταν αυτός [ο Ιησούς] συμπλήρωσε τα τριάντα έτη υπέφερε, ενώ ήταν ακόμη ένας νέος άνδρας που δεν είχε επ’ ουδενί τρόπω να φτάσει σε μεγάλη ηλικία. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι το πρώτο στάδιο της ζωής περιλαμβάνει τριάντα έτη και ότι φτάνει μέχρι τα σαράντα. Αλλά από το τεσσαρακοστό και το πεντηκοστό έτος ο άνθρωπος αρχίζει την κατάβαση προς τα γηρατειά, κάτι που έκανε και ο Κύριός μας καθώς ολοκλήρωνε ακόμη το διδασκαλικό του έργο, γεγονός που επιβεβαιώνουν το Ευαγγέλιο και όλοι οι πρεσβύτεροι. Εκείνοι, δηλαδή, που συνεργάζονταν στην Ασία με τον Ιωάννη, τον μαθητή του Κυρίου, επιβεβαιώνουν ότι ο Ιωάννης τους παρέδωσε αυτές τις πληροφορίες. Παρέμεινε, μάλιστα, μαζί τους μέχρι τα χρόνια του Τραϊανού [Τραϊανός, Ρωμαίος αυτοκράτορας, 98-107 ΚΕ, (Σ.τ.Σ.).] Επιπλέον, ορισμένοι από αυτούς δεν συνάντησαν μόνο τον Ιωάννη αλλά και άλλους αποστόλους και άκουσαν την ίδια ιστορία κι από αυτούς.»

Με άλλα λόγια, ο εκκλησιαστικός πατέρας Ειρηναίος φαίνεται να λέει ότι ο Ιησούς επέζησε και έφτασε σε προχωρημένη ηλικία. Μπορεί κανείς να ερμηνεύσει το κείμενο ότι εκείνος που «παρέμεινε μαζί τους μέχρι τα χρόνια του Τραϊανού» ήταν ο Ιωάννης, παρά ο Ιησούς. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, ο Ειρηναίος ισχυρίζεται ότι ο Ιησούς έφτασε στα γηρατειά (που αρχίζουν από «το τεσσαρακοστό και πεντηκοστό έτος») και παραπέμπει σε μαρτυρίες των μαθητών. Αμέσως μετά, ο ίδιος ο Ειρηναίος ερμηνεύει την μεγάλη ηλικία του Ιησού σαν να εννοεί ότι ήταν στα πενήντα του όταν σταυρώθηκε και ότι έδρασε είκοσι χρόνια πριν από αυτό! Μια λογικότερη ερμηνεία – αν ακολουθήσουμε τις χρονολογίες των Ευαγγελίων και πιστέψουμε ταυτόχρονα στις μαρτυρίες των μαθητών για την μεγάλη ηλικία του Ιησού – είναι ότι ο Ιησούς ζει κάμποσα χρόνια μετά την περίοδο που περιγράφεται στα Ευαγγέλια. Καλώς. Αλλά πού; Και τι πράττει ένα άτομο που διακατέχεται από τόσο ισχυρά και απόλυτα οράματα όπως ο Ιησούς; Με ποιον τρόπο επιτυγχάνει την υλοποίησή τους; Κρύβεται; Εμφανίζεται με άλλη μορφή;

Μετά την συζήτηση εκείνη, πριν από 25 χρόνια, δεν άργησε να περάσει από το μυαλό μου ένα όνομα: Παύλος. Τότε δεν ήξερα τόσα πολλά γι’ αυτόν. Γνώριζα όμως ότι είχε αναλάβει τη διάδοση της χριστιανικής πίστης και ότι εκπλήρωσε το όραμα του Ιησού. Και ότι το έκανε με εξαιρετικό πάθος. [...]

Ο Παύλος είχε τιμηθεί με κάτι πολύ ασυνήθιστο για έναν Εβραίο εκείνη την εποχή: τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτη. Στις Πράξεις των Αποστόλων αναφέρεται μια στιχομυθία με έναν Ρωμαίο διοικητή για το πώς απέκτησε αυτόν τον τίτλο:

«Τότε ο διοικητής πήγε και ρώτησε τον Παύλο: “Πες μου, εσύ είσαι Ρωμαίος πολίτης;”. Αυτός απάντησε: “Ναι”. Ο διοικητής του είπε: “Εγώ έγινα Ρωμαίος πολίτης πληρώνοντας πολλά λεφτά”. Κι ο Παύλος του αντιγύρισε: “Εγώ όμως γεννήθηκα Ρωμαίος!”»

Πουθενά δεν εξηγείται γιατί ο Παύλος θα μπορούσε να έχει πάρει τη ρωμαϊκή υπηκοότητα μόλις γεννήθηκε. Υπονοείται, βεβαίως, ότι και ο πατέρας του είναι Ρωμαίος πολίτης. Αλλά πώς θα μπορούσε ένας Εβραίος με αρκετά μέτριο κοινωνικό υπόβαθρο (ο ίδιος ο Σαούλ έχει μάθει την τέχνη του σκηνοποιού) να αποκτήσει ένα τόσο επιθυμητό προνόμιο; Για έναν Φαρισαίο, επίσης, κάτι τέτοιο θα σήμαινε αντίφαση διότι ο Ρωμαίος πολίτης αναμενόταν να συμμετέχει στις ρωμαϊκές θρησκευτικές συνήθειες. Πολλοί ερευνητές της Βίβλου έχουν σχολιάσει αυτή την υπηκοότητα με απορία. Ελάχιστοι έχουν δώσει κάποιες επαρκείς απαντήσεις. [...]

Ένα άλλο πράγμα που είναι αξιοπερίεργο με τον Σαούλ-Παύλο είναι ότι ζει σε αγαμία και φαίνεται πως αυτό έχει κάνει σε όλη του τη ζωή. Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε σύζυγο ή παιδιά. Εξάλλου και ο ίδιος δηλώνει: «Στους ανύπαντρους και στις χήρες συνιστώ: καλό γι’ αυτούς είναι να μείνουν όπως εγώ». Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον τρέχοντα κανόνα των Φαρισαίων, σύμφωνα με τον οποίο παντρεύονταν σε πολύ μικρή ηλικία. Και ο Σαούλ ήταν Φαρισαίος σε όλη του τη ζωή. [...]

Υπάρχουν, άραγε, πληροφορίες για κάποιο άλλο άτομο – κάποιο άτομο με άλλο όνομα – που θα μπορούσε να ταυτίζεται με τον Παύλο; Πιθανόν, ναι. Περίπου το 220 ΚΕ, ο Έλληνας φιλόσοφος Φλάβιος Φιλόστρατος συνέγραψε μια βιογραφία για έναν άνδρα που ονομαζόταν Απολλώνιος ο Τυανεύς. Ο Φιλόστρατος ανέλαβε αυτή την σχεδόν μυθιστορηματική βιογραφία κατόπιν παραγγελίας της συζύγου του Σεπτίμου Σεβήρου, της Ιουλίας Δόμνας. Αυτή είχε στην κατοχή της σημειώσεις που είχε γράψει ο πρώτιστος μαθητής του Απολλώνιου, ο Δάμις, τις οποίες παρέδωσε στον Φιλόστρατο για την συγγραφή της βιογραφίας. Ορισμένοι συγγραφείς έχουν προτείνει την θεωρία που λέει ότι ο Απολλώνιος ο Τυανεύς ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον απόστολο Παύλο. [...]

Οι σημειώσεις που είχε πάρει ο Φιλόστρατος από τον Δάμι λέγεται ότι τελειώνουν λίγο πριν από τον θάνατο του Απολλώνιου· αλλά εκείνος χρησιμοποιεί τελικά και άλλες πηγές. Και γράφει: «Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πέθανε, αν πέθανε όντως, λέγονται πολλά...». Ο Φιλόστρατος επιμένει σε μια από αυτές τις ιστορίες που θέλει τον Απολλώνιο να εξαφανίζεται από τη γη και την ανθρωπότητα ανεβαίνοντας στα ουράνια. Μια συνηθισμένη άποψη, στην οποία αναφέρεται και ο Φιλόστρατος, είναι ότι ο Απολλώνιος πέθανε το 97 ΚΕ, στην Έφεσο (στην πόλη δηλαδή που υπήρξε επί αρκετά χρόνια βάση του Παύλου). [...]

Δεν εξυπακούεται ότι ο Απολλώνιος ο Τυανεύς είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Παύλο· υπάρχουν συγκεκριμένες διαφορές: δεν είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι ο Απολλώνιος διέμεινε κάποια περίοδο στην Ιουδαία· και, παρ’ όλο που θεωρείται μυστικιστής και μάγος, δεν δηλώνεται πουθενά ότι είχε κάποια σχέση με τον χριστιανισμό ή τον ιουδαϊσμό.

Ταυτόχρονα όμως, υπάρχουν τόσες ομοιότητες που ρίχνουν νερό στον μύλο της θεωρίας περί ταυτοπροσωπίας: βρίσκονται αμφότεροι στην Ταρσό, στην Έφεσο και στη Ρώμη σχεδόν την ίδια περίοδο (και ο Παύλος αναφέρει κάποιον που φέρει το όνομα Απολλώς, αν και αυτός καταγόταν από την Αλεξάνδρεια). Ο Απολλώνιος αποκαλείται ενίοτε Πολ· ο Παύλος έχει έναν έμπιστο μαθητή που λέγεται Δημάς, ο Απολλώνιος έναν που λέγεται Δάμις· ο Απολλώνιος ταξιδεύει στην Ισπανία μετά τη Ρώμη· αμφότεροι αποφεύγουν την Ιουδαία· αμφότεροι ζουν άγαμοι· αμφότεροι ταξιδεύουν συνεχώς και με πολλούς μαθητές· αμφότεροι καταλήγουν σε ρωμαϊκά δικαστήρια αλλά απαλλάσσονται. Ωστόσο, όσες φορές έχει υποστηριχθεί η θεωρία ότι ο Απολλώνιος είναι ο Παύλος, άλλες τόσες έχει υποστηριχθεί ότι ταυτίζεται με ένα άλλο πρόσωπο: τον Ιησού τον Ναζωραίο. [...]

Ποιος ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος και τι συνέβη στην πραγματικότητα κατά τη διάρκεια και μετά τη σταύρωση του ανθρώπου αυτού; Κανείς δεν γνωρίζει, διότι το μόνο που έχουμε είναι ενδείξεις. Ο βίος του και το έργο του υπήρξαν αφορμή για την ίδρυση μιας από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου, μιας θρησκείας που στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο ότι ο Ιησούς – ο Υιός του Θεού – πέθανε στο σταυρό και αναστήθηκε εκ νεκρών. Φυσικά δεν είμαστε σε θέση να αποκλείσουμε ότι όντως έτσι είχαν τα πράγματα και ότι ο Ιησούς ήταν θεϊκό πρόσωπο. [...] Αλλά, αν κάνει κανείς την υπόθεση ότι ο Ιησούς ήταν ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά – και ότι η ζωή του ήταν μια φυσιολογική ζωή – πρέπει να σταθεί στο υπαρκτό κείμενο και να επιχειρήσει να το ερμηνεύσει κατά κάποιον τρόπο.

Θέλω να διατυπώσω, λοιπόν, την υπόθεση ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν, στην πραγματικότητα, ένα και το αυτό πρόσωπο με τον Παύλο από την Ταρσό. [...] Θα αρχίσω με μερικά από τα επιχειρήματα που αντιμάχονται την υπόθεση ότι έχουμε να κάνουμε με το ίδιο πρόσωπο. Θα τα αναλύσω και θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες απαντήσεις.

1. Ο Ιησούς και ο Παύλος έχουν τελείως διαφορετικές προσωπικότητες.

Το πρόσωπο του Ιησού παραπέμπει στο μήνυμα της αγάπης. Όταν σκεφτόμαστε τον Παύλο, μας έρχονται στο νου το πείσμα, η κυκλοθυμία και το πάθος. [...] Αλλά η διαφορά ανάμεσα στην εικόνα που έχουμε για τον Ιησού και αυτή που παραδίδεται για τον Παύλο είναι ότι η εικόνα του Παύλου στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στο πώς παρουσιάζει ο ίδιος τον εαυτό του· αυτό σημαίνει ότι στις Επιστολές έχουμε τα δικά του λόγια, φαινομενικά χωρίς λογοκρισία, άμεσα και μη εξωραϊσμένα. Όταν πρόκειται όμως για τον Ιησού, οι περιγραφές και τα λόγια του μας παραδίδονται πάντοτε από άλλους και εκ των υστέρων.

Κι όμως... Αν εξετάσουμε προσεκτικότερα τα λόγια που αποδίδονται στον Ιησού και αυτά που γράφει ο Παύλος, βλέπουμε να εκφέρονται και από τους δύο υποσχέσεις και απειλές. Από πουθενά δεν συνάγεται ότι ο Ιησούς περιοδεύει την Γαλιλαία με την αγκαλιά ανοιχτή. [...] Ο Ιησούς είναι αναμφισβήτητα ικανός να μιλάει σαν τον Παύλο. Ο Παύλος είναι, εξίσου αναμφισβήτητα, ικανός να μιλάει σαν τον Ιησού. [...]

2. Ο Ιησούς είναι ένα άτομο που φαίνεται περισσότερο διαλλακτικό από τον Παύλο.

Ο Παύλος υποστηρίζει σε πολλές Επιστολές ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να μιλούν στην εκκλησία, και ότι θα πρέπει να υποτάσσονται στους άνδρες. Ο Ιησούς, αντιθέτως, εκφράζει παντού την κατανόηση και την αγάπη του για τις γυναίκες. Δεν φαίνεται πουθενά ότι υποτιμά τις γυναίκες, έστω κι αν οι μαθητές του, σε μία περίπτωση, εκπλήσσονται που τον βλέπουν να μιλάει σε γυναίκα.

Είναι επίσης φανερό ότι ο Παύλος χρησιμοποιεί συχνά σκληρά λόγια για ανθρώπους που θεωρεί «αμαρτωλούς». [...] Αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με το μήνυμα του Ιησού: «Δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς». Αλλά αυτό, όπως προείπαμε, μπορεί να σημαίνει ποσοστική διαφορά και όχι ποιοτική. Τα λόγια του Ιησού είναι πιθανότατα επιμελημένα και προσαρμοσμένα, ενώ του Παύλου μάς παραδίδονται αναλλοίωτα μέσω των Επιστολών του. [...]

3. Ο Ιησούς μιλούσε αραμαϊκά, ο Παύλος μιλούσε ελληνικά.

Ο Παύλος, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε, μιλούσε ελληνικά, συνεπώς οι Επιστολές του είναι γραμμένες στα ελληνικά. Λογικά, η μητρική γλώσσα του Ιησού ήταν τα αραμαϊκά, η γλώσσα την οποία μιλούσαν όλοι στην περιοχή όπου έζησε. Δεν ξέρουμε όμως τίποτα για τις γλωσσικές ικανότητες του Ιησού ούτε γνωρίζουμε αν ο Παύλος είχε τα ελληνικά ως μητρική γλώσσα. Είναι όμως γνωστό ότι ο Παύλος μπορούσε να επικοινωνεί με τους μαθητές του Ιησού και να μιλάει στο λαό της Ιερουσαλήμ στα εβραϊκά.

4. Ο Ιησούς απευθυνόταν σε Ιουδαίους, ο Παύλος σε μη Ιουδαίους.

«Έχω αποσταλεί μόνο για τους πλανεμένους Ισραηλίτες», λέει ο Ιησούς, ενώ ο Παύλος είναι φανερό ότι απευθύνεται στους «μη περιτετμημένους». Έχουμε λόγο να θεωρήσουμε αυτή την φράση ως εξελικτική διαδικασία, ακόμη και κατά την διάρκεια της δράσης του ίδιου του Παύλου. Ο Παύλος κινείται σε ένα πολύ πιο ετερογενές περιβάλλον από αυτό όπου κινείτο ο Ιησούς. Ξεκινά πηγαίνοντας στις συναγωγές, αλλά αποπέμπεται, τουλάχιστον από τους Εβραίους. Και θα αρχίσει βαθμιαία να τους αποστρέφεται και να στρέφει την δραστηριότητά του προς τους «παγανιστές» και τους θεοσεβείς. Δηλαδή, στην πλειονότητα του περιβάλλοντός του. Αλλά ο Παύλος δεν θα σταματήσει ούτε στιγμή να ελπίζει να «σωθεί ολόκληρος ο λαός του Ισραήλ».

5. Ο Παύλος γράφει πολύ λίγα για την ζωή του Ιησού.

Μόνο σε μερικά εδάφια των Επιστολών θίγει ο Παύλος κάποια συγκεκριμένα συμβάντα από την ζωή του Ιησού. Αποκομίζει σχεδόν κανείς την εντύπωση ότι δεν γνωρίζει πολλά για τον Ιησού. Αλλά το ίδιο πράγμα μπορεί να ισχυριστεί κανείς για τον ίδιο τον Παύλο: για την δική του προηγούμενη ζωή δεν μας λέει σχεδόν τίποτα. Μήτε περιγράφει την ίδια τη μεταστροφή του στο δρόμο για την Δαμασκό με συγκεκριμένο τρόπο στις Επιστολές του. Η ιστορία του Παύλου μάς παραδίδεται κυρίως από τις Πράξεις των Αποστόλων. Οι Επιστολές αναφέρονται, πρωτίστως, στο εδώ και τώρα.

6. Ο Παύλος συνάντησε τον Ιάκωβο και τον Πέτρο, αργότερα και τον Ιωάννη, κατά τα πρώτα ταξίδια του στην Ιερουσαλήμ.

Αυτό ήταν για μένα, επί μακρόν, το σημαντικότερο επιχείρημα κατά της εκδοχής ότι ο Παύλος θα μπορούσε να είναι ο ίδιος με τον Ιησού. Αν ο Παύλος συναντά αυτούς τους ανθρώπους, που γνώριζαν καλά τον Ιησού, θα έπρεπε να τον είχαν αναγνωρίσει. Αυτό που είναι δυσεπίλυτο εδώ είναι ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι υπήρχαν ένα σωρό άνθρωποι που είχαν μυηθεί στο εν λόγω σχέδιο. Αν ο Ιησούς προσπαθεί να πείσει τους μαθητές ότι μπορεί όντως να κάνει θαύματα – να αναστηθεί εκ νεκρών και να αναληφθεί εν συνεχεία στους ουρανούς – δεν έχει κανένα νόημα να τους αφήνει να τον δουν ξανά στους δρόμους των Ιεροσολύμων. (από την άλλη βέβαια, αυτό δεν αντιτίθεται στην εκ νεκρών ανάστασή του.)

Εν πάση περιπτώσει, το σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον ο Ιησούς ήταν τόσο πολιτικός όσο και πνευματικός ηγέτης. Μπορεί να μην χρειάζεται να θεωρήσουμε ότι απαραίτητα υπήρξε ένα μυστικό σχέδιο και ότι μέρος αυτού ήταν η ενδεχόμενη αποφυγή μιας θανατικής καταδίκης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους κοντινότερους μαθητές του Ιησού. Ίσως από την αρχή το όλο θέμα να είχε σχέση με την επιβίωση του Ιησού και την φυγή του από την χώρα. [....] Και όταν διαβάζουμε τα Ευαγγέλια, είναι ολοφάνερο ότι ο Ιησούς δεν κατέβηκε μόνος του από τον σταυρό ή ότι δεν αλείφτηκε μόνος του σε τριάντα κιλά σμύρνα και αλόη ή ακόμη ότι δεν κύλησε από μόνος του την πέτρα από τον τάφο. Για όλα αυτά ήταν απαραίτητοι κι άλλοι άνθρωποι, έστω και λίγοι. Εξάλλου, ο Παύλος γράφει ότι ο πρώτος στον οποίο εμφανίζεται ο αναστημένος Ιησούς είναι ο Πέτρος.

Το όλο ερώτημα τι γνώριζαν οι μαθητές σχετίζεται πολύ με τι πραγματικά συνέβη κατά την σύλληψη του Ιησού και κατά τις επόμενες μέρες, και μέχρι ποίου βαθμού οι ενέργειές του εκείνο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα υπήρξαν θρησκευτικές ή πολιτικές. Αλλά όσο κι αν διαβάζουμε τα κείμενα, οι πολλές απορίες περί αυτών δεν παύουν να υπάρχουν.

Ας πάμε τώρα στα επιχειρήματα που στηρίζουν, κατά την άποψή μου, την θεωρία ότι ο Παύλος από την Ταρσό ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον Ιησού από τη Ναζαρέτ:

1. Τo ξαφνικό πάθος του Παύλου για ένα άτομο που δεν είχε ποτέ συναντήσει και του οποίου δεν υπήρξε ποτέ μαθητής.

Η αφοσίωση και η φλόγα του Παύλου για την διάδοση του μηνύματος – ότι ο Ιησούς Χριστός «αποδείχτηκε Υιός Θεού με δύναμη από το Πνεύμα που αγιάζει, όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς» – είναι μοναδικές και απαράμιλλες. Κι όμως δεν ήταν ένας από αυτούς που θα περίμενε κανείς να αναλάβει την διάδοση αυτής της εντελώς νέας διδασκαλίας: ένας κοντινός μαθητής του Ιησού, ή τουλάχιστον κάποιος που είχε συναντήσει τον Ιησού όσο ζούσε. Ο Παύλος εμφανίζεται από το πουθενά. Και παρ’ όλα αυτά έχει τέτοιο πάθος για την διδασκαλία αυτή, που μόνον ο Ιησούς θα μπορούσε να έχει.

2α. Η μεταστροφή του Παύλου συμβαίνει σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την σταύρωση του Ιησού.

2β. Η μεταστροφή του Παύλου γίνεται εκτός Ιουδαίας και Γαλιλαίας, αλλά εντός των συνόρων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.


Ο Παύλος εμφανίζεται όταν εξαφανίζεται ο Ιησούς· οι περισσότερες χρονολογήσεις αποδεικνύουν ότι η μεταστροφή του Παύλου γίνεται μέσα στα δύο χρόνια μετά την σταύρωση του Ιησού. Βέβαια, οι χρονολογήσεις αυτές στηρίζονται, κατά μεγάλο βαθμό, σε συμβάντα που παραδίδονται από τις Πράξεις των Αποστόλων, συμβάντα που δεν είναι απαραιτήτως αξιόπιστα.

Αλλά και από τα ίδια τα λόγια του Παύλου συμπεραίνουμε ότι η μεταστροφή γίνεται μετά την σταύρωση του Ιησού και, από όσο μπορούμε να κρίνουμε, όχι πολύ καιρό μετά. Με άλλα λόγια, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μεταστροφή του Παύλου συνδέεται στενά με την εξαφάνιση του Ιησού, ανεξάρτητα από πότε αυτή έγινε και ανεξάρτητα από αν δεχόμαστε τις παραδοσιακές χρονολογίες για την ζωή του Ιησού ή όχι.

Από γεωγραφικής πλευράς, τα κατατόπια του Παύλου συμφωνούν με το πού θα μπορούσε να βρίσκεται εκείνη την εποχή ο εξόριστος από τους Ρωμαίους Ιησούς. Ότι ο Παύλος εμφανίζεται λίγο μετά τον θάνατο του Ιησού μπορεί βεβαίως να είναι και σύμπτωση. Ότι ο Παύλος βγαίνει στο προσκήνιο πολύ μακριά από το «χριστιανικό περιβάλλον», το περιβάλλον όπου δρούσε ο Ιησούς και αυτό στο οποίο δραστηριοποιούνται ακόμη οι μαθητές του, μπορεί επίσης να αποτελεί σύμπτωση. Αλλά, όπως και να ’χει, προκαλεί εντύπωση.

Επίσης, η ίδια η εξήγηση του Παύλου γιατί βρίσκεται κοντά στην Δαμασκό – για να ψάξει να βρει πιστούς και, αν τους βρει, «να φέρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ όποιους θα ’βρισκε εκεί» – ακούγεται περίεργη. Ένα τέτοιο μακρινό ταξίδι για να διώξει χριστιανούς δεν δείχνει μόνο υπερβολικό φανατισμό, αλλά ακούγεται και μη αποτελεσματικό, μιας που οι περισσότεροι πιστοί βρίσκονταν σαφώς πολύ πιο κοντά στην πατρίδα του, τουλάχιστον σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων.

3. Ο Παύλος κατάγεται, σύμφωνα με τον Ιερώνυμο, από την ίδια περιοχή με τον Ιησού.

Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, ο Παύλος κατάγεται από την Ταρσό της Κιλικίας. Αλλά ο εκκλησιαστικός πατέρας Ιερώνυμος (347-420) αναφέρει ότι ο Παύλος γεννήθηκε στην πόλη Γίσχαλα, την οποία ο Ιερώνυμος, εσφαλμένα, τοποθετεί στην Ιουδαία, που βρίσκεται στην Γαλιλαία, τριάντα χιλιόμετρα βορείως της σημερινής Ναζαρέτ. Σε αντίθεση με την Ναζαρέτ, η Γίσχαλα είναι επιπλέον μια πόλη που ξέραμε ότι υπήρχε την εποχή του Χριστού.

Αν ο Ιερώνυμος έχει δίκιο, και ο Παύλος πράγματι καταγόταν από την ίδια περιοχή με τον Ιησού, είναι αξιοπερίεργο ότι ο Παύλος και οι Πράξεις των Αποστόλων δεν το αναφέρουν. Ο Ιερώνυμος μπορεί, φυσικά, να κάνει λάθος, αλλά δυσκολευόμαστε να βρούμε μια λογική εξήγηση για το λάθος του. Η πόλη Γίσχαλα δεν αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη και δεν φαίνεται να έχει κάποια ειδική συμβολική σημασία, εκτός από ότι ένας από τους Εβραίους επαναστάτες, ο Ιωάννης από την Γίσχαλα, καταγόταν από εκεί και ότι η πόλη ήταν ένα σημαντικό οχυρό στον πόλεμο κατά των Ρωμαίων, το 66-70 ΚΕ. [...]

4. Ο Παύλος είναι – όπως και ο Ιησούς; – εκ γενετής Ρωμαίος πολίτης.


Εκείνη την εποχή ήταν άκρως ασυνήθιστο για έναν Ιουδαίο στις υπό ρωμαϊκή κατοχή περιοχές να έχει ρωμαϊκή υπηκοότητα. Εξάλλου, αυτό θα ήταν αντίθετο προς την θρησκεία των Ιουδαίων. Παρ’ όλα αυτά, ο σκηνοποιός και Φαρισαίος Παύλος γεννήθηκε με μια τέτοια υπηκοότητα δίχως να δίνεται άλλη εξήγηση γι’ αυτό. Ο Παύλος θα χρησιμοποιήσει αυτή την υπηκοότητα για να αποφύγει την καταδίκη του από τους Ρωμαίους.

Ακόμη και στην περίπτωση του Ιησού υπάρχει – σύμφωνα με πηγές της Καινής Διαθήκης – μια περίεργη απροθυμία των Ρωμαίων να τον καταδικάσουν, ενώ – σύμφωνα με πηγές εκτός Καινής Διαθήκης – κατέχει «μια προνομιούχα θέση» σε σχέση με τους Ρωμαίους, ενδεχομένως κάποια συγγένεια με Ρωμαίο αξιωματούχο. Ακόμη και αν η ρωμαϊκή υπηκοότητα αρκεί να εξηγήσει λογικά γιατί οι Ρωμαίοι δεν ήθελαν να δικάσουν τον Ιησού, παραμένει αναπόδεικτη θεωρία ότι ο Ιησούς ήταν Ρωμαίος πολίτης.

5. Ο Παύλος, όπως και ο Ιησούς, είναι «Εβραίος γεννημένος από Εβραίους». Ωστόσο, έχουν αμφότεροι μια έντονα αμφιλεγόμενη στάση προς τους Εβραίους.


Και ο Ιησούς και ο Παύλος είναι Εβραίοι· ο Παύλος τονίζει συχνά αυτό το γεγονός. Ωστόσο, μιλάνε αμφότεροι για «Ιουδαίους» σαν να μιλάνε για διαφορετικής εθνικότητας ανθρώπους. Στην περίπτωση του Ιησού, αυτό είναι ιδιαίτερα παράξενο, αφού έζησε σε ιουδαϊκή χώρα, εκεί όπου οι περισσότεροι, συμπεριλαμβανομένων των μαθητών του, ήταν Ιουδαίοι. Και ο Παύλος και ο Ιησούς μιλούν εξάλλου συχνά για Ιουδαίους – τον ίδιο τους τον λαό – με φανερή εχθρότητα (αν και η εχθρότητα αυτή, στην περίπτωση του Ιησού, κατευθύνεται γενικώς προς «Φαρισαίους και Σαδδουκαίους», ήτοι τις βασικές θρησκευτικές ομάδες του Ιουδαϊσμού). Επίσης αμφότεροι υποστηρίζουν, κάθε λίγο και λιγάκι, ότι οι Ιουδαίοι και οι ηγέτες τους θέλουν να τους σκοτώσουν.

6. Ο Παύλος, όπως και ο Ιησούς, ταξιδεύει από μικρός στην Ιερουσαλήμ.

Στην περίπτωση του Ιησού περιγράφεται πως τον βρήκαν «καθισμένο ανάμεσα στους νομοδιδασκάλους» στο ναό «να τους ακούει και να τους κάνει ερωτήσεις». Στην περίπτωση του Παύλου αναφέρεται ότι πήγε στην Ιερουσαλήμ και έγινε μαθητής του Γαμαλιήλ του πρεσβύτερου. Δεν είναι περίεργο να μεταβαίνει στην Ιερουσαλήμ ένας νεαρός Εβραίος, αλλά το εντυπωσιακό εδώ είναι πως μόνον αυτό αναφέρεται για τα παιδικά και τα εφηβικά χρόνια και των δύο.

7. Ύστερα από αυτά, παρουσιάζεται ένα κενό στις ζωές και των δύο, μέχρι την ενηλικίωσή τους.

Η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει τίποτα για την ζωή αυτών των δύο ανδρών πριν από την ηλικία των τριάντα ετών. Μετά εμφανίζονται ξαφνικά.

8. Ο Παύλος είναι, όπως και ο Ιησούς, άγαμος.

Ήταν πολύ ασυνήθιστο για έναν άνδρα από φαρισαϊκή οικογένεια να παραμένει ανύπαντρος σε ηλικία τριάντα ετών. Στο Ταλμούδ λέγεται ότι «οποιοσδήποτε παραμένει άγαμος μέχρι την ηλικία των είκοσι ετών, ζει όλη του την ζωή στην αμαρτία», και ένας άνδρας που έμενε ανύπαντρος μετά την ηλικία αυτή μπορούσε να υποχρεωθεί μέσω του δικαστηρίου σε γάμο. Η πίεση για γάμο ήταν απίστευτα έντονη. Ο μόνος γνωστός ραβίνος σε ταλμουδική εποχή που έζησε άγαμος ήταν ο Σίμων μπεν Αζζάι, αλλά ο ίδιος δεν το συνιστούσε για κανέναν άλλον. Μόνον η μικρή ομάδα των Εσσαίων ζούσε στην αγαμία (και πιθανόν οι όμοιοί τους Θεραπευταί, οι οποίοι ζούσαν στην Αίγυπτο) και ήταν μοναδικοί ως προς αυτό.

Αν ο Παύλος, όπως ισχυριζόταν, καταγόταν από οικογένεια Φαρισαίων, αποτελεί μοναδική εξαίρεση το γεγονός ότι δεν είχε παντρευτεί στην ηλικία των τριάντα ετών. Κι αυτό είναι κάτι που έχουν κοινό με τον Ιησού.

9. Ο Παύλος είχε κάποιο σωματικό τραύμα.

Είναι φανερό από πολλές αναφορές ότι ο Παύλος υποφέρει από κάποιο τραύμα ή κάποια ασθένεια. Λογικό είναι να υποθέσουμε πως κάποιος που έμεινε σταυρωμένος επί έξι ώρες, και λογχίστηκε, θα παρουσιάζει κάποια τέτοια προβλήματα. Εξάλλου γράφει στην προς Γαλάτας Επιστολή του: «Του λοιπού κανείς ας μη με κουράζει. Γιατί εγώ βαστάζω τα στίγματα του Ιησού στο σώμα μου». Αλλά ότι αυτό σχετίζεται με την σταύρωση είναι, φυσικά, μόνο μία από τις πολλές πιθανές εξηγήσεις. Η φράση «τα στίγματα του Ιησού στο σώμα μου» έχει επίσης ερμηνευτεί ως ο Παύλος να είχε υποστεί διωγμούς και να είχε τραυματιστεί σωματικά, επειδή είχε κηρύξει για τον Ιησού. [...]

10. Αμφότεροι δίνουν μεγάλη σημασία στην ανάσταση.

Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι το μήνυμα του Ιησού ήταν το σημαντικότερο κατά την διάδοση της διδασκαλίας του. Αλλά για τον Παύλο η ανάσταση – αν κρίνουμε από αυτά που λέει στην προς Κορινθίους Α΄ Επιστολή – ήταν αυτό που επισκίαζε όλα τ’ άλλα: «Και αν ο Χριστός δεν έχει εγερθεί, άρα είναι κενό και το κήρυγμά μας, κενή και η πίστη σας». Γιατί; Το γεγονός ότι ο Ιησούς επένδυσε πολλά στον θάνατο και στην ανάστασή του είναι γνωστό. Εξάλλου, η ανάσταση ήταν που απέδειξε ότι ήταν αυτός που έλεγε ότι ήταν. Αλλά είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί κάποιος άλλος – όπως ο Παύλος, για παράδειγμα – θα προσέδιδε στην ανάσταση μια τόσο απολύτως αποφασιστική σημασία. Φαίνεται σαν ο Παύλος, όπως και ο Ιησούς, να προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο Ιησούς όντως ήταν αυτός που έλεγε ότι ήταν.

11. Ο Παύλος είναι παραδόξως απρόθυμος να πάει στην Ιερουσαλήμ, εκεί όπου έχει έδρα η εκκλησία των συμπατριωτών του.

Οι εξηγήσεις που δίνονται για το γεγονός ότι ο Παύλος αποφεύγει την Ιερουσαλήμ – και από εκεί φυγαδεύεται με σπουδή από τους άλλους αποστόλους – είναι ποικίλες. Άλλοτε φοβάται τους άλλους χριστιανούς (τον γνωρίζουν από τότε που τους κατεδίωκε), άλλοτε είναι Ιουδαίοι χριστιανοί που θέλουν να τηρούν τον ιουδαϊκό νόμο (και που έχουν ακούσει τον Παύλο «να διδάσκει παντού κατά του λαού και του Μωσαϊκού νόμου»), κι άλλοτε είναι παραδοσιακοί Ιουδαίοι (που πιστεύουν ότι ο Παύλος βεβηλώνει το ναό). Στην πραγματικότητα δεν καταλαβαίνουμε ποτέ γιατί ακριβώς αυτός απειλείται συνεχώς με θάνατο, ενώ οι άλλοι απόστολοι συνεχίζουν το έργο τους δίχως προβλήματα στην Ιερουσαλήμ όπου ιδρύουν, μάλιστα, και εκκλησίες.

Όταν ο Παύλος, τελικά, έπειτα από μερικά χρόνια και αρκετές απειλές, πηγαίνει ξανά στο ναό, το κάνει κατόπιν συμμετοχής στην τελετή του αγνισμού. Είναι φανερό ότι ο Παύλος κάτι φοβάται. Αλλά τίποτα από τα παραπάνω δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί οι Ρωμαίοι τον κρατούν φυλακισμένο επί δύο χρόνια. Τόσο η ρωμαϊκή αιχμαλωσία όσο και ο φόβος του Παύλου να εμφανιστεί σε Φαρισαίους και Σαδδουκαίους στο ναό θα εξηγούνταν αν ήταν παλαιότερα Ζηλωτής, στασιαστής. Ειδικότερα, αν κάποτε είχε καταδικαστεί σε θάνατο γι’ αυτό.

12. Αμφότεροι έχουν μαθητές με τους οποίους περιοδεύουν παντού. Αμφότεροι έχουν την τάση να κηρύττουν ενώ ταξιδεύουν. Επίσης αμφότεροι επιλέγουν, σε μεγάλο βαθμό, να κηρύξουν σε συναγωγές.

Ο τρόπος ζωής και ο τρόπος κηρύγματος παρουσιάζουν, με άλλα λόγια, πάρα πολλές ομοιότητες.

13. Σε αντίθεση με τους μαθητές, ο Παύλος αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος στην Καινή Διαθήκη.

Μέσω των Επιστολών του, ο Παύλος μιλάει για τον εαυτό του και περιγράφει την ζωή του. Στις Πράξεις των Αποστόλων κατέχει τον κυρίαρχο ρόλο. Αυτά προσδίδουν στον Παύλο μια εξέχουσα θέση έναντι των άλλων αποστόλων, έτσι γίνεται το αντικείμενο ενδιαφέροντος των περιγραφών. Δεν εξηγείται όμως πουθενά γιατί ο Παύλος έχει αυτόν τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

14. Η σύλληψη και η δίκη του Παύλου αποτελούν σχεδόν πιστή επανάληψη όσων συνέβησαν με τον Ιησού (πριν από την δίκη), αν και εκτυλίσσονται σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αμφότεροι, ο Ιησούς και ο Παύλος, φυλακίζονται μετά την πρόκληση ταραχών στο ναό της Ιερουσαλήμ. Αμφότεροι οδηγούνται ενώπιον των ρωμαϊκών αρχών, οι οποίες – και στις δύο περιπτώσεις – δεν ξέρουν τι να τους κάνουν. Οι Ρωμαίοι είναι φανερά απρόθυμοι να δικάσουν και τον Ιησού και τον Παύλο. Και στις δύο περιπτώσεις αναφέρεται η συνάντηση όχι μόνον με τον κυβερνήτη, αλλά και με την σύζυγό του.

Αμφότεροι οδηγούνται ενώπιον ενός Εβραίου τετράρχη. Αμφότεροι πηγαινοέρχονται από τις ρωμαϊκές αρχές στο Σανχεντρίν και από εκεί σε Εβραίους βασιλιάδες. Αμφότεροι έχουν την ίδια αντιμετώπιση από τις διάφορες αρχές. Ακόμη και το χαστούκι, όταν τους οδηγούν στον αρχιερέα, ή έστω η απειλή για χαστούκι, επαναλαμβάνεται. Μοιάζουν τόσο πολύ, που αναρωτιέται κανείς αν πρόκειται για μία και μοναδική δίκη.

15. Ο Παύλος χρησιμοποιεί, πολύ συχνά, την ίδια ορολογία και τα διανθίσματα του λόγου που χρησιμοποιεί και ο Ιησούς.

Ο Παύλος έγραψε τις Επιστολές του αρκετά χρόνια πριν από την συγγραφή των Ευαγγελίων. Κι όμως συναντάμε στις Επιστολές του ιδέες, χρήσεις λέξεων και μεταφορές που είναι παρόμοιες με αυτές που αποδόθηκαν αργότερα στον Ιησού από τους ευαγγελιστές. Παρ’ όλο που ο Παύλος δεν είχε ακούσει ποτέ τον Ιησού να μιλάει! [...] Ο Wenham και άλλοι επισημαίνουν, ίσως με έκπληξη, ότι ο Παύλος σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αναφέρει την πηγή των ιδεών, ήτοι τον Ιησού. Αλλά εάν, στην ουσία, είναι ιδέες του ίδιου του Παύλου, από την αρχή μέχρι το τέλος, τότε δεν είναι υποχρεωμένος να αναφέρει κάποια πηγή. [...]

Κατά την άποψή μου, υπάρχουν άλλες δύο πιθανές εξηγήσεις για τις ομοιότητες: Η μια είναι το ενδεχόμενο να συμμετείχε ο ίδιος ο Παύλος στην επιμέλεια των Ευαγγελίων, βάζοντας δικές του λέξεις στο στόμα του Ιησού. Η άλλη είναι ότι οι ομοιότητες των ιδεών υφίστανται επειδή εκφράστηκαν από το ένα και αυτό άτομο, με διαφορά κάποιων ετών. Με άλλα λόγια, ο Ιησούς και ο Παύλος ήταν το ίδιο πρόσωπο. Πρόκειται για μια υπόθεση και τίποτα παραπάνω. Αλλά είναι μια υπόθεση που αξίζει να ερευνηθεί.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Οι λαθροχειρίες της Μαρίας Τζιέλσκα




Αυτό είναι το βιβλίο της Μαρίας Τζιέλσκα για τον Απολλώνιο, ένα από τα ελάχιστα στην ελληνική βιβλιογραφία (στο εξώφυλλο είναι ο Δίας και όχι ο Απολλώνιος). Το βιβλίο αυτό, όπως υπονοεί και ο τίτλος του, επιχειρεί να διαχωρίσει τον Απολλώνιο του μύθου από εκείνον της ιστορίας. Ως εκ τούτου είναι απαραίτητο να γίνουν κάποια σχόλια πάνω στις θέσεις του βιβλίου αυτού.

1. Οι πηγές

Η Τζιέλσκα καταπιάνεται αρχικά με την βασική πηγή του Φιλοστράτου, το βιβλίο του Δάμι, γράφοντας τα εξής:

«Τα Υπομνήματα του Δάμιδος αποτελούν πάντα τεράστιο πρόβλημα στις μελέτες του έργου του Φιλοστράτου. [...] Παρουσιάζω παρακάτω τις τελευταίες απόψεις στο θέμα του Δάμιδος. Με αφετηρία αυτές, θεωρώ τον Δάμι φανταστικό πρόσωπο και τα απομνημονεύματά του (ή τα σημειωματάριά του) εφεύρεση του Φιλοστράτου.» (σελ. 21-22)

Όπως λοιπόν μας ενημερώνει, παρουσιάζει ΑΠΟΨΕΙΣ και όχι στοιχεία. Αλλά για έναν τόσο σημαντικό ισχυρισμό θα περιμέναμε κάποια μικρή ανάλυση. Παρ’ όλα αυτά η Τζιέλσκα προτιμάει συνοπτικές γενικολογίες.

«Όσο για τις υπόλοιπες πηγές του, είτε τις επικρίνει (Ι 3) είτε τις απορρίπτει μετά από μια απλή μνεία (Ι 3 και Ι 2). Αυτή ακριβώς η περίεργη στάση του προς την αφήγηση του Δάμιδος μας κάνει να πιστεύουμε ότι συγγραφέας των απομνημονευμάτων είναι ο ίδιος.» (σελ. 23)

Η πρώτη πρόταση είναι βλακωδώς αναληθής. Ο Φιλόστρατος «επικρίνει» μόνο τον Μοιραγένη λέγοντας ότι αγνοούσε πολλά για τον Απολλώνιο, ενώ ουδόλως απορρίπτει τις άλλες πηγές.

Η δεύτερη πρόταση είναι απλώς αστεία ως επιχείρημα. Όπως επισημάνθηκε, όχι μόνον ο Φιλόστρατος δεν απορρίπτει τις άλλες πηγές, αλλά είναι σαφές ότι οποιοσδήποτε βιογράφος ενός προσώπου θα έδινε μεγαλύτερη προσοχή στην αφήγηση ενός διαρκούς συνοδού του.

«Πέρα από το Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον, καμιά άλλη ιστορική πηγή δεν αναφέρει τον Δάμι σαν συγγραφέα των απομνημονευμάτων του Απολλωνίου. Στο Contra Hieroclem (Κατά Ιεροκλέους ΙΙ), ο Ευσέβιος της Καισαρείας αναφέρει ορισμένα λόγια του Ιεροκλή που δείχνουν ότι ο τελευταίος θεωρούσε τον Δάμι βιογράφο του Απολλωνίου και μάλιστα τον ονόμαζε φιλόσοφο. Δυστυχώς, το έργο του Ιεροκλή δεν μπορεί να γίνει δεκτό σαν ανεξάρτητο ιστορικό τεκμήριο. Ο Ιεροκλής επαναλαμβάνει τυφλά τις απόψεις του Φιλοστράτου και δέχεται όλα αδιακρίτως τα εφευρήματά του. Χρησιμοποιεί το βιογραφικό έργο του τελευταίου για αντιχριστιανική προπαγάνδα και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την ιστορική του αξιοπιστία.» (σελ. 32)

Ο μόνος εδώ που δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται καθόλου για την ιστορική αξιοπιστία είναι η ίδια η Τζιέλσκα, διότι αυτά που γράφει είναι απλώς... ψέμματα. Και ο λόγος είναι απλός: Το έργο του Ιεροκλή ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΩΘΕΙ! Πώς λοιπόν βγαίνουν όλα αυτά τα συμπεράσματα περί τυφλής αποδοχής του Φιλοστράτου και αντιχριστιανικής προπαγάνδας; Μήπως με πληροφορίες από το υπερπέραν; Αργότερα επανέρχεται:

«Μόνο όμως ο Σωσσιανός Ιεροκλής έγραψε μια αντιχριστιανική πραγματεία όπου χρησιμοποιεί μύθους και ιστορίες αποκλειστικά από το Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον.» (σελ. 101)

Ποιους μύθους; Ποιες ιστορίες; Άγνωστο, αφού το μόνο που έχουμε από αυτή την πραγματεία είναι μερικές φράσεις που διασώζει ο Ευσέβιος, ο οποίος φυσικά φρόντισε να εξαφανίσει το υπόλοιπο έργο. Όμως ο ανυποψίαστος αναγνώστης διαβάζοντας αυτά μένει με την εντύπωση ότι το έργο υπάρχει. Μόνον αν είναι αρκετά προσεκτικός θα προσέξει μια φευγαλέα νύξη που αποκαλύπτει την πραγματικότητα:

«Το μικρό ή μεγάλο έργο του Ιεροκλή (δεν γνωρίζουμε τις διαστάσεις του) εναντίον του χριστιανισμού πιθανόν να εκδόθηκε δύο φορές.» (σελ. 156)

Καθίσταται σαφές από το πρώτο κεφάλαιο ότι η εν λόγω «ιστορικός», αν και όπως γράφει στο εξώφυλλο είναι διεθνώς αναγνωρισμένη σε θέματα που άπτονται του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου, καθηγήτρια ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας, συνεργάτης άλλων πανεπιστημίων και μέλος της Πολωνικής Ακαδημίας, δεν δίνει καθόλου καλά διαπιστευτήρια.

2. Η χρονολόγηση

Η Τζιέλσκα περνάει ακολούθως στο θέμα της χρονολόγησης:

«Στον Δίωνα βρίσκουμε επίσης άλλη μια σημαντική πληροφορία για τον Απολλώνιο. Μας μιλάει σχετικά με την χρονολογία της ζωής του. Ο Δίων υποστηρίζει ότι η ακμή του Απολλωνίου συμπίπτει με την εποχή του Δομιτιανού (επί του Δομιτιανού ανθήσαντα). Ο φιλοστράτειος Απολλώνιος έζησε από το 4 ή το 3 π.Χ. μέχρι το 97 μ.Χ. (συνεπώς η ακμή του συμπίπτει με την εποχή του Κλαυδίου). Όπως φαίνεται από την σύντομη σημείωση του Δίωνος, στη δεκατία του 90 μ.Χ. ο Απολλώνιος ήταν 40 έως 50 ετών. Συνεπώς γεννήθηκε περί το 40, πολύ αργότερα από την εκτίμηση του Φιλοστράτου.» (σελ. 36)

Ο Δίων Κάσσιος μπορεί να είναι έγκυρος ιστορικός, αλλά έγκυρος ιστορικός δεν σημαίνει και αλάθητος. Δεδομένου ότι δεν δίνει άλλες λεπτομέρειες για το παραπάνω ούτε γνωρίζει πολλά για τον Απολλώνιο (το μόνο που ξέρει είναι για την τηλοψία της δολοφονίας του Δομιτιανού) είναι αρκετό για να είμαστε επιφυλακτικοί για την πληροφορία του. Η Τζιέλσκα όμως σπεύδει να την αποδεχτεί και αναζητά άλλες πηγές που την επιβεβαιώνουν. Έτσι λοιπόν γράφει:

«Έχουμε επίσης στη διάθεσή μας μερικές άλλες πηγές που επιβεβαιώνουν την πληροφορία του Δίωνος. Στο χρονικό του Ευσεβίου με τίτλο Παντοδαπή Ιστορία, αναφέρεται ότι η ακμή του Απολλωνίου συνέπεσε με το δέκατο έκτο έτος της διακυβέρνησης του Δομιτιανού, δηλαδή το 96 μ.Χ. Ο Ιωάννης Μαλάλας [...] τοποθετεί την ακμή του επίσης στην εποχή του Δομιτιανού. [...] Ο Γρηγόριος Κεδρηνός, βυζαντινός μοναχός του 11ου αιώνα, αναφέρει επίσης ότι οι μαγικές δραστηριότητες του Απολλωνίου έλαβαν χώρα στη διάρκεια της βασιλείας του Δομιτιανού.» (σελ. 39)

Τα ονόματα που επικαλείται η Τζιέλσκα είναι ανθρώπων που έζησαν αιώνες αργότερα. Είναι η ίδια που λίγο πριν (σελ. 35) μας λέει ότι ο ιστορικός προτιμά τις πρωτότυπες πηγές έναντι των δευτερογενών! Παρ’ όλα αυτά δεν διστάζει να ανατρέξει σε μεσαιωνικές πηγές για να στηρίξει την θέση της, ελπίζοντας ίσως ότι ο αναγνώστης δεν θα το αντιληφθεί.

Αλλά υπάρχει και συνέχεια. Το χρονικό του Ευσεβίου δεν γράφει ότι η ακμή του Απολλωνίου συνέπεσε με το 16ο έτος της βασιλείας του Δομιτιανού αλλά ότι εκείνο το έτος ο Απολλώνιος και ο Ευφράτης θεωρούνταν... σημαντικοί φιλόσοφοι. Στην δε Χρονογραφία του Μαλάλα διαβάζουμε:

«Ἦν δὲ τοῖς χρόνοις τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοῦ Δομετιανοῦ ὁ σοφώτατος Ἀπολλώνιος ὁ Τυανεύς· καὶ ἤκμαζε περιπολεύων καὶ πανταχοῦ ποιῶν τελέσματα εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰς χώρας.» (σελ. 83)

Πράγματι ο Μαλάλας φαίνεται να τοποθετεί την ακμή του Απολλωνίου επί Δομιτιανού. Αλλά στην επόμενη σελίδα διαβάζουμε το εξής καταπληκτικό:

«ἔζησε δὲ ὁ αὐτὸς Ἀπολλώνιος ἔτη τριάκοντα καὶ τέσσαρα καὶ μῆνας ὀκτώ, καθὼς Δομνῖνος ὁ σοφώτατος χρονογράφος συνεγράψατο ταῦτα.»

Δηλαδή κατά τον Μαλάλα ο Απολλώνιος έζησε όσο περίπου και ο Χριστός! Φυσικά, απόλυτη σιγή από την Τζιέλσκα. Όσο για τον Κεδρηνό, ονομαζόταν Γεώργιος όχι Γρηγόριος.

«Στον Βίο του Δίωνος Χρυσοστόμου, που περιλαμβάνεται στους Βίους Σοφιστών, ο Φιλόστρατος υποστηρίζει ότι ο Δίων, ο Ευφράτης και ο Απολλώνιος έζησαν την ίδια εποχή. Δεν γνωρίζουμε όμως την ακριβή ημερομηνία θανάτου του Δίωνος. Ο Τζόουνς πιστεύει ότι πέθανε το 110 και ότι είχε γεννηθεί περί το 40-50 μ.Χ. Ο Απολλώνιος, που πέθανε ενώ ήταν τουλάχιστον ογδόντα ετών (ΤΤΑ VIII 29) έζησε και μετά τον θάνατο του Δίωνος Χρυσοστόμου. Συνεπώς πέθανε, σύμφωνα με το επιχείρημά μας που υποστηρίζει την άποψη του Μάγερ, περί το 120 μ.Χ.» (σελ. 40)

Η Τζιέλσκα ξεκινάει με μια μικρή ανακρίβεια. Στους Βίους Σοφιστών (ΒΣ) ο Φιλόστρατος δεν γράφει ότι αυτοί οι τρεις έζησαν την ίδια εποχή, αλλά ότι ο Δίων έζησε όταν ο Απολλώνιος και ο Ευφράτης ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣΑΝ. Αυτό υποδεικνύει ότι ήταν λίγο προγενέστεροί του. Επίσης η Τζιέλσκα δεν λέει πόθεν προκύπτει ότι ο Απολλώνιος έζησε και μετά τον θάνατο του Δίωνος. Ο Φιλόστρατος δεν λέει τίποτα τέτοιο και χωρίς άλλη πηγή καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Τζιέλσκα απλώς το φαντάζεται.

«To Tα ες τον Τυανέα Απολλώνιον (Ι 24) μας πληροφορεί ότι στα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραψε επίσης μια επιστολή στον Σκοπελιανό. Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ο Σκοπελιανός ζούσε ακόμα το 113 μ.Χ. Στον βίο του τελευταίου, που περιλαμβάνεται στους ΒΣ, ο Φιλόστρατος υποστηρίζει ότι αυτός ο γνωστός σοφιστής της Μικράς Ασίας ήταν σύγχρονος του Απολλωνίου. Δεν ξέρουμε την ημερομηνία γέννησης του Σκοπελιανού.» (σελ. 40)

Η λέξη που χαρακτηρίζει με κάποια ακρίβεια το παραπάνω απόσπασμα είναι ΑΧΤΑΡΜΑΣ. Ας τα πάρουμε με την σειρά. Η επιστολή προς τον Σκοπελιανό λέει τα εξής:

«Τους Ερετριείς σου Σκοπελιανέ, όταν ήμουν ακόμη νέος, τους φρόντισα όσο μπόρεσα, και τους νεκρούς και τους ζωντανούς.»

Άρα ο Απολλώνιος δεν έγραψε την επιστολή προς το τέλος της ζωής του αλλά σε μεγάλη ηλικία, χωρίς να ξέρουμε το πότε ακριβώς. Ως προς το αν ο Σκοπελιανός ζούσε το 113, η Τζιέλσκα παραπέμπει στους ΒΣ (Ι 25), όπου εκεί βρίσκουμε μεν μια φευγαλέα αναφορά στον Σκοπελιανό, αλλά χωρίς κάποια χρονολογική ένδειξη. Βέβαια ακόμη και αν ίσχυε αυτό, δεν έχει καμμία σχέση με την προαναφερθείσα επιστολή. Τέλος, αναφορικά με το αν ήταν σύγχρονος του Απολλωνίου, η Τζιέλσκα στην υποσημείωση (σελ. 224) παραπέμπει πάλι στους ΒΣ (Ι 21) και προσθέτει:

«εδώ ο Φιλόστρατος γράφει ότι ο Σκοπελιανός θαύμαζε τον Απολλώνιο.»

Ο Φιλόστρατος όμως γράφει το εξής:

«Και ο Απολλώνιος ο Τυανεύς που είχε ξεπεράσει την ανθρώπινη φύση ως προς την σοφία, κατατάσσει τον Σκοπελιανό μεταξύ των αξιοθαύμαστων.»

Όχι μόνον δεν υπάρχει χρονολογική ένδειξη, αλλά η Τζιέλσκα μπέρδεψε και το ποιος θαύμαζε ποιον. Και ενώ όπως λέει δεν ξέρουμε καν πότε γεννήθηκε ο Σκοπελιανός, τον χρησιμοποιεί για να εντοπίσει την περίοδο του Απολλωνίου. Ο αχταρμάς ολοκληρώνεται λίγο μετά (σελ. 45), όπου η Τζιέλσκα απορρίπτει την επιστολή προς τον Σκοπελιανό ως επινόημα του Φιλοστράτου!

«Για να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα σχετικά με τις χρονολογίες της ζωής του Απολλωνίου, αξίζει να αναφερθούμε εδώ στον Λουκιανό, την πρώτη ιστορικά αξιόπιστη πηγή που ασχολείται με τον Απολλώνιο. Στο διάλογό του Αλέξανδρος ή Ψευδομάντης ο Λουκιανός γράφει ότι ο Αλέξανδρος, ένας ψευδοπροφήτης, είχε παιδαγωγό κάποιον ο οποίος ήταν μαθητής του Απολλωνίου του Τυανέως. Όπως ξέρουμε, ο Αλέξανδρος πέθανε μεταξύ 168 και 177 μ.Χ., σε ηλικία εβδομήντα ετών. Συνεπώς τα χρόνια των σπουδών του υπό την επίβλεψη του προαναφερθέντος μαθητή πρέπει να ήταν μεταξύ 120 και 130 μ.Χ., δηλαδή όταν πέθανε ο Απολλώνιος ή λίγο αργότερα. Ο Τυανεύς, που πέθανε γύρω στο 120, ίσως να είχε μορφωμένους μαθητές στο τέλος της ζωής του, οι οποίοι δίδαξαν ακολούθως τους διαδόχους του.» (σελ. 41)

Η Τζιέλσκα μάλλον θεωρεί ότι οι αναγνώστες της δεν ξέρουν να διαβάζουν, εκτός και αν δεν ξέρει να διαβάζει η ίδια. Το σχετικό κείμενο του Λουκιανού λέει τα εξής:

«Ήτο δε ο διδάσκαλος εκείνος και εραστής την καταγωγήν Τυανεύς, εκ των μαθητευσάντων πλησίον Απολλωνίου του Τυανέως και γνωριζόντων όλας αυτού τας αγυρτείας. [...] Ο Τυανεύς εκείνος απέθανε, ο δε Αλέξανδρος, ο οποίος είχε γεμίσει γένεια, το δε κάλλος, εκ του οποίου ηδύνατο να ζήση, είχε χάσει την ανθηρότητά του, περιέπεσεν εις πενίαν.»

Σύμφωνα λοιπόν με τον Λουκιανό, ο Αλέξανδρος (ο Αβωνοτειχίτης) είχε έναν μαθητή του Απολλωνίου για δάσκαλο ο οποίος ήταν επίσης από τα Τύανα και πέθανε όταν ο Αλέξανδρος ενηλικιώθηκε. Άρα ο δάσκαλος πέθανε περί το 120 και αν είχε υπάρξει μαθητής του Απολλωνίου, θα ήταν πριν από πολλά χρόνια. Ως εκ τούτου η πληροφορία του Λουκιανού επ’ ουδενί αναιρεί την χρονολογία θανάτου του Απολλωνίου στο 97-98 μ.Χ. Η Τζιέλσκα είτε δεν κατάλαβε τι λέει το κείμενο, είτε το παρερμηνεύει (το πιο πιθανό).

Συνολικά, το επιχείρημα της Τζιέλσκα για την χρονολόγηση του Απολλωνίου μεταξύ 40-120 είναι οι τέσσερις λέξεις του Δ. Κάσσιου (επί του Δομιτιανού ανθήσαντα), ο οποίος μόνο ειδήμων στο θέμα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Η χρονολόγηση όπως παρουσιάζεται από τον Σερ Φλίντερς Πέτρι πρέπει να είναι περισσότερο βάσιμη.


3. Τα ταξίδια

Για τα ταξίδια του Απολλωνίου η Τζιέλσκα καταλήγει:

«Έτσι, παρά τις περιγραφές και διαβεβαιώσεις του Φιλοστράτου οι οποίες συνδέουν τον Απολλώνιο με τη Ρώμη, ο τελευταίος δεν επισκέφθηκε ποτέ την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας και δεν έφτασε στην Ισπανία. Ομοίως, δεν πήγε ποτέ στην Περσία, στην Ινδία, στην Αίγυπτο ή στην Αιθιοπία, αν και το τελευταίο ίσως να είναι πιο αληθοφανές για τον αναγνώστη ο οποίος ξέρει πού έζησε και έδρασε ο Απολλώνιος.» (σελ. 189)

Η Τζιέλσκα δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο για το συμπέρασμά της ενώ φαίνεται να επικρατεί κάποια σύγχυση στο μυαλό της αφού σε προηγούμενο κεφάλαιο γράφει:

«Οι μεσογειακές διαδρομές των ταξιδιών του Απολλωνίου εφευρέθηκαν από τον Φιλόστρατο. Ο ίδιος δείχνει επίσης τον Τυανέα να ταξιδεύει στην Ινδία· αυτό, ωστόσο, φαίνεται πιθανότερο για τον αναγνώστη του βιβλίου μας. Ευκολότερα μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Απολλώνιος έφτασε στην Περσία και στην Ινδία όταν ταξίδευε στο ανατολικό μέρος της Μικράς Ασίας και στη βόρεια Συρία παρά να δεχτούμε ότι πήγε αρκετές φορές στη Δύση, όπου δεν ήταν ιδιαιτέρως γνωστός.» (σελ. 87)

Δεν υπάρχει κανένας λογικός συνειρμός στα παραπάνω. Αν κάποιος μπορεί να ταξιδέψει ανατολικά μιας περιοχής σίγουρα μπορεί να ταξιδέψει και δυτικά, ενώ το να μην είναι ιδιαιτέρως γνωστός κάπου δεν σημαίνει και ότι δεν πήγε εκεί.

«Γνωστός μόνο σε ελάχιστες πόλεις της ελληνικής Ανατολής, ο Απολλώνιος ήταν ανύπαρκτος για ολόκληρη την Αυτοκρατορία· κανένας από τους συγχρόνους του συγγραφείς δεν τον αναφέρει.» (σελ. 189)

Οι βασικοί λόγοι είναι δύο και τους αναφέρει η ίδια η Τζιέλσκα:

«Η φιλοσοφία του δεν προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στο κάτω-κάτω, είχε απορριφθεί από τον Ευφράτη και ορισμένους επικούρειους. Τον θεωρούσαν απλό μάγο. Η φήμη του ήταν τόσο περιορισμένη ώστε δεν άξιζε να του δίνουν σημασία.» (σελ. 85)

Το σωστό είναι ότι η αιτία δεν ήταν η φήμη αλλά το γεγονός ότι οι αντίπαλοι του Απολλωνίου αποστρέφονταν τις διδασκαλίες του. Έτσι τον αγνόησαν τελείως.

Ο δεύτερος λόγος είναι φυσικά ο εξής:

«Από το δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα τόσο τα Τύανα όσο και η Καππαδοκία είχαν εκχριστιανιστεί πλήρως. [...] Τότε ακριβώς πρέπει να καταστράφηκαν όλα τα είδωλα του Απολλωνίου και ίσως όλα τα έργα του μαζί με τα έργα που αναφέρονταν σε αυτόν.»
(σελ. 164-165)

4. Συμπεράσματα

Το εν λόγω βιβλίο σίγουρα δεν είναι εντυπωσιακό ούτε για τον όγκο ούτε για το περιεχόμενό του. Εκπροσωπεί μια σχολή ερευνητών σύμφωνα με την οποία το έργο του Φιλοστράτου δεν είναι βιογραφία αλλά «ιστορικό μυθιστόρημα». Ο ισχυρισμός ασφαλώς δεν είναι αβάσιμος, καθότι αναμφίβολα μετά τον θάνατο του Απολλωνίου οι ιστορίες και οι παραδόσεις του εμπλουτίστηκαν με υπερβολικά, ρομαντικά και μυθολογικά στοιχεία από τους οπαδούς και τους θαυμαστές του, όπως η αναγγελία της γέννησής του από τον Πρωτέα στην έγκυο μητέρα του. Περαιτέρω δεν έχουμε τις πηγές του Φιλοστράτου για να ελέγξουμε την ακρίβεια τους και την ιστορική περίοδο που καλύπτουν. Η συγγραφέας κάνει γενικά καλή δουλειά παρουσιάζοντας, έστω και συνοπτικά, πολλές και διάφορες απόψεις για τα εκάστοτε ζητήματα. Δυστυχώς όμως δεν απουσιάζουν οι χοντροκομμένες παραποιήσεις, οι αναπόδεικτες εικασίες και η ελλιπής τεκμηρίωση.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

O Ιησούς έγινε ο Απολλώνιος;




Αυτό είναι τo βιβλίο του Τσαρλς Φόστερ, ενός δικηγόρου, με θέμα την ανάσταση του Ιησού. Ο Φόστερ παρουσιάζει επιχειρήματα υπέρ και κατά αυτής, χρησιμοποιώντας δύο υποτιθέμενους συνομιλητές, τους Χ και Υ. Στο πλήθος ζητημάτων που εξετάζονται υπάρχει μια ερώτηση για τον Απολλώνιο, η οποία είναι και ο τίτλος της παρούσας ανάρτησης.

Ο Χ, ο οποίος παρουσιάζει τις μη χριστιανικές θέσεις, απαντάει ως εξής:

«Ο Απολλώνιος ήταν ένας χαρισματικός διδάσκαλος και θαυματοποιός του πρώτου αιώνα ο οποίος περιπλανήθηκε σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και την Ινδία. Λέγεται ότι γεννήθηκε περίπου στην έναρξη της κοινής εποχής και πέθανε το 97 μ.Χ. Την βιογραφία του έγραψε με αγιογραφικό τρόπο ο Αθηναίος σοφιστής Φιλόστρατος.

Έχει συνήθως προταθεί ότι ο Απολλώνιος ήταν στην πραγματικότητα ο Ιησούς. Ο Φιλόστρατος περιγράφει έναν άνδρα με πολλά από τα χαρακτηριστικά του Ιησού. Για παράδειγμα, έφερε πίσω στην ζωή ένα κορίτσι που είχε προσφάτως πεθάνει – ένα από τα πιο διαβόητα θαύματα του Ιησού. Ένα ελληνικό ψευδώνυμο θα ήταν χρήσιμο για να ταξιδεύει χωρίς πρόβλημα στον ρωμαϊκό κόσμο μετά την διαφυγή του από την σταύρωση, και όπως κάνουν συχνά, οι Χριστιανοί εγείρουν υποψίες με το να γίνονται υπερπροστατευτικοί με τον Ιησού. Ο Ευσέβιος, ο Χριστιανός Επίσκοπος Καισαρείας, κατήγγειλε μάλλον υστερικά τον Απολλώνιο, ή μάλλον εκείνους που συνέκριναν τον Απολλώνιο με τον Ιησού. Γιατί χρειαζόταν να είναι τόσο ευθαρσής στην καταγγελία του αν η σύγκριση δεν ήταν επικίνδυνα εύστοχη;»
(σελ. 51)

Όπως φαίνεται από την απάντηση του Χ, η ερώτηση είναι διατυπωμένη με λάθος τρόπο (ίσως σκοπίμως). Υπονοεί ότι ο Χριστός ήταν ο Ιησούς ο οποίος μετά την σταύρωση άλλαξε όνομα για να συνεχίσει ως Απολλώνιος. Η θέση αυτή όμως είναι πολύ αδύναμη κάτι που καθιστά πιο εύκολη την απάντηση του Υ, η οποία είναι περιέργως διπλάσια σε μέγεθος:

«Αυτή είναι μια από τις ιστορίες που τριγυρίζουν κατά καιρούς, η οποία επιβιώνει μόνον λόγω της υψηλής επιλεκτικότητας των πηγών.

Η απάντηση είναι ότι ο Ιησούς σίγουρα δεν ήταν ο Απολλώνιος. Από τον Φιλόστρατο ξέρουμε πολλά για τον Απολλώνιο. Γεννήθηκε στην κωμόπολη των Τυάνων, στην σημερινή Τουρκία, από έναν πάμπλουτο άνδρα. Μας λένε ότι δεν του έλειψε τίποτα υλικό στην παιδική του ηλικία, και ότι τον γοήτευε το ανθρώπινο μεγαλείο. Φτάνοντας σε κάθε νέο μέρος, πήγαινε πρώτα να επισκεφτεί τον τοπικό μονάρχη. Όταν ήταν δεκατεσσάρων τον έστειλε ο πατέρας του στην Ταρσό να τελειώσει τις σπουδές του. Σοκαρισμένος από τα χαλαρά ήθη εκεί, πήρε προφανώς έναν ισόβιο όρκο αγαμίας. Κατόπιν υπήρξε μαθητής του Επικουρείου δασκάλου Ευξένου στις Αιγές και μυήθηκε στα εσωτερικά μυστήρια των Πυθαγορείων. Υπεβλήθη αυτοβούλως σε μια τετραετή σιωπή και μετά ξεκίνησε τα εκπληκτικά του ταξίδια. Πήγε στην Εγγύς Ανατολή, Βαβυλώνα, Αίγυπτο, Ισπανία, και το πιο σημαντικό, στην Ινδία. Στην Ινδία, όπως τόσοι άλλοι δυτικοί ταξιδιώτες, αρχαίοι και σύγχρονοι, είχε κάποιου είδους πνευματική θεοφάνεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα αποφασισμένος να διαδώσει την ανατολική σοφία που είχε μάθει – και μάλλον να δείξει την συνέχειά της στα Ελευσίνια μυστήρια στα οποία είχε μυηθεί. Φαίνεται να πέθανε στα ογδόντα του, μάλλον στην Έφεσο. Υπάρχουν διάφοροι θρύλοι για τον θάνατό του: το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ, και δεν υπάρχει τάφος. Θα μπορούσε να είναι αυτό το μυστήριο που οδήγησε κάποιους να τον συσχετίσουν με τον Ιησού.

Αλλά πλην κάποιων θαυμάτων, δεν υπάρχει καθόλου ομοιότητα. Ο Ιησούς ήταν ένας περισσότερο κοινοτικός θρησκευόμενος Ιουδαίος, ο οποίος μάλλον δεν βγήκε ποτέ από την Παλαιστίνη. Δεν είχε φίλους σε υψηλά αξιώματα. Έκανε παρέα με πόρνες και μέθυσους, όχι με φιλοσόφους ή βασιλείς. Δεν ήταν Ελευσίνιος ιερέας. Ο Απολλώνιος – μία από τις πιο συναρπαστικές και καλά καταγεγραμμένες μορφές της Μεσογείου του πρώτου αιώνα, ήταν ένας κλασικός αριστοκρατικός, κοσμοπολίτης Έλληνας με μυστικιστικές τάσεις. Με τον Ιησού θα μπορούσαν να είχαν κάνει κάποιες ενδιαφέρουσες συζητήσεις (και πιθανώς θα συμπαθούσαν πράγματι πολύ ο ένας τον άλλο) αλλά δεν μοιράζονταν μια κοινή πολιτισμική γλώσσα.

Ο Χ βλέπει πάρα πολλά στην καταγγελία του Ευσεβίου εκείνων που νόμιζαν ότι ο Απολλώνιος ήταν ο Ιησούς. Ο Ευσέβιος μπορεί να ήταν αντιπαραγωγικά μεγαλόφωνος, αλλά διαμαρτυρόταν διότι η ιδέα ότι ήταν το ίδιο άτομο ήταν παράλογη, και επειδή ο Απολλώνιος και ο Ιησούς πίστευαν πολύ διαφορετικά πράγματα για τον κόσμο.»
(σελ. 77)

Προσπερνώντας μερικές ανακρίβειες του Υ (τετραετής σιωπή αντί πενταετής) είναι σαφές ότι ο Χ θέτει το ζήτημα με λάθος τρόπο. Είναι φανερό ότι αν ο Ιησούς επέζησε της σταύρωσης και συνέχισε την δράση του, τότε ΗΤΑΝ ο Απολλώνιος, δεν έγινε αργότερα. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να οφείλεται σε άγνοια του Φόστερ ή σε σκοπιμότητα. Αν το έθετε έτσι, ο Υ θα ήταν σε πολύ πιο δύσκολη θέση. Ίσως να μην είχε καν απάντηση. Ως εκ τούτου, η σκοπιμότητα εκ μέρους του Φόστερ φαίνεται πιο πιθανή, ώστε να μπορέσει να παρουσιάσει εν συντομία το θέμα.

Το σενάριο της πλαστότητας


Παρακάτω είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο Τhe Oviedo Cloth (σελ. 84-87) τo oποίο παρουσιάζει ένα υποθετικό σενάριο πλαστογράφησης της Σινδόνης του Τορίνο. Αν και φαίνεται λίγο ακραίο, έχει αρκετό ενδιαφέρον διότι δείχνει ότι ο ισχυρισμός της πλαστότητας δεν είναι τόσο απλός όσο ακούγεται.




Κάποια στιγμή τον έβδομο αιώνα, στην Παλαιστίνη, μετά την ανάγνωση του ευαγγελίου του Ιωάννη, ένας πολύ γνωστός πλαστογράφος θρησκευτικών κειμηλίων είδε την ευκαιρία να βάλει ένα νέο προϊόν στην αγορά – ένα ύφασμα που ήταν πάνω στο πρόσωπο του νεκρού σώματος του Ιησού. Αυτός ο πλαστογράφος ήταν επίσης ειδικός στην ιατρική και γνώριζε ότι ένας εσταυρωμένος πέθαινε από ασφυξία, και ότι, όταν αυτό συνέβαινε, ειδικά υγρά γέμιζαν τους πνεύμονες του νεκρού σώματος και μπορούσαν να εξέλθουν από την μύτη αν το σώμα μετακινηθεί. Ο μόνος τρόπος να πάρει αυτό το αποτέλεσμα στο ύφασμα ήταν να επαναλάβει την διαδικασία, έτσι αυτό ακριβώς έκανε. Σταύρωσε έναν εθελοντή, απορρίπτοντας εκείνους τους υποψηφίους που δεν πληρούσαν τις σωστές προϋποθέσεις – πρησμένη μύτη και μάγουλα, διχαλωτή γενειάδα για να λεκιάσει το ύφασμα, κλπ. Όταν κατέβασε το σώμα από τον σταυρό, το ταρακούνησε λίγο με την βοήθεια κάποιων φίλων, κρατώντας το διπλωμένο ύφασμα στην μύτη του νεκρού εθελοντή έτσι ώστε οι επόμενες γενιές να μπορούν να δουν το περίγραμμα των δαχτύλων του. Κόλλησε ακόμη και μερικά αγκάθια στο πίσω μέρος του λαιμού του νεκρού, γνωρίζοντας ότι οι κυνηγοί λειψάνων θα ψάξουν για τις κηλίδες αίματος από το ακάνθινο στεφάνι.

Όντας εύγλωττος άνθρωπος, έπεισε τους άλλους ότι αυτό το κατά τ’ άλλα άχρηστο κομμάτι ύφασμα δεν είχε βαφτεί με τίποτα λιγότερο από το αίμα και το πλευριτικό υγρό του Χριστού, και γι’ αυτό φυλασσόταν στα Ιεροσόλυμα μαζί με άλλα κειμήλια, θεωρούμενο τόσο γνήσιο και πνευματικά πολύτιμο που άξιζε να το σώσουν πρώτα από τους εισβολείς Πέρσες και αργότερα από τους Άραβες.

Μερικούς αιώνες αργότερα, κάπου μεταξύ του 1260 και του 1390, ένας άλλος επαγγελματίας πλαστογράφος, επίσης ειδικός στα θρησκευτικά κειμήλια, αποφάσισε ότι ο καιρός ήταν ώριμος για κάτι νέο, κάτι πραγματικά πειστικό. Κυκλοφορούσε πλήθος κειμηλίων διαφόρων αγίων σ’ όλη την Ευρώπη, οστά, κρανία, μανδύες, αλλά όχι, ήθελε κάτι πραγματικά πρωτότυπο. Σκέφτηκε διάφορες δυνατότητες, το ακάνθινο στεφάνι, τα καρφιά της σταύρωσης, το τραπεζομάντηλο από τον μυστικό δείπνο, και μετά ξαφνικά του ήρθε – το ταφικό σάβανο του Ιησού! Και όχι μόνον αυτό, αλλά θα έβαζε επίσης μια εικόνα στο Σάβανο, την εικόνα του ανθρώπου που είχε τυλίξει το Σάβανο!

Το πρώτο βήμα ήταν δύσκολο. Όντας ειδικός στα κλωστοϋφαντουργικά (μία από τις πολλές ειδικότητές του, με τις άλλες να είναι η γύρη, οι ομάδες αίματος της Μέσης Ανατολής, τα νομίσματα επί Τιβέριου, η φωτογραφία, τα ρωμαϊκά μαστίγια και τα ηλεκτρονικά μικροσκόπια), χρειαζόταν λινό ειδικού είδους, χαρακτηριστικό της Μέσης Ανατολής τον πρώτο αιώνα. Μόλις το παρήγγειλε, το δίπλωσε πριν αρχίσει να δουλεύει, διότι ένας γείτονας του είπε ότι ένα τέτοιο ύφασμα θα ήταν διπλωμένο και κρυμμένο σ’ έναν τοίχο στην Έδεσσα για μερικές εκατοντάδες χρόνια, έτσι η εικόνα θα ήταν ασυνεχής σε μερικές διπλώσεις.

Αφήνοντας το ύφασμα διπλωμένο, ταξίδεψε στο Οβιέδο στα βόρεια της Ισπανίας, όπου ήξερε ότι ένας πρόδρομος στην τέχνη του είχε αφήσει ένα ύφασμα με κηλίδες αίματος του Ιησού. Παίρνοντας άδεια να αναλύσει το σουδάριο, έλεγξε πρώτα την ομάδα αίματος – AB βεβαίως, κοινή στην Μέση Ανατολή και σχετικά σπάνια στην Ευρώπη – μετά έφτιαξε ένα ακριβές σχέδιο των κηλίδων (παραλείποντας με προσοχή εκείνες που θα είχαν ήδη πήξει όταν χρησιμοποιήθηκε το σουδάριο), έτσι ώστε οι κηλίδες του να συμπίπτουν ακριβώς.

Μετά το ταξίδι του στο Οβιέδο, έκανε μια περιοδεία στην σημερινή Τουρκία, σχηματίζοντας ένα σύνθετο πορτρέτο του Ιησού απ’ όλα τα εικονίσματα, νομίσματα και εικόνες που μπορούσε να βρει. Εξ άλλου, χρειαζόταν οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι η Σινδόνη του υπήρχε για πάνω από χίλια χρόνια, και ότι οι καλλιτέχνες την είχαν χρησιμοποιήσει ως πηγή έμπνευσης για να ζωγραφίσουν τον Χριστό. Δεν καταλάβαινε τι ήταν μερικά από τα σημάδια, το τετράγωνο ανάμεσα στα μάτια, η γραμμή στον λαιμό, αλλά σκέφτηκε ότι καλλίτερα να τα βάλει ούτως ή άλλως. Δεν ήθελε να κατηγορηθεί για αμέλεια, επειδή ήταν ένας διεθνώς διάσημος πλαστογράφος και είχε μια φήμη να προστατεύσει.

Μόλις γύρισε σπίτι, με κάποιο τρόπο βρήκε λίγο αίμα (AB φυσικά) και αποφάσισε να αρχίσει το έργο τέχνης του με τις κηλίδες αίματος, πριν καν φτιάξει την εικόνα του σώματος. Δυστυχώς δεν υπολόγισε σωστά τις αναλογίες και οι κηλίδες από τα καρφιά εμφανίστηκαν στον καρπό αντί για τις παλάμες, όπου ο καθένας τον δέκατο τέταρτο αιώνα ήξερε ότι βρίσκονταν. «Λοιπόν», σκέφτηκε, «είναι απλά θέμα λίγων εκατοστών, δεν θα το προσέξει κανείς.»

Τώρα, ακόμη και ο παντογνώστης συγγραφέας απαγορεύεται να εισέλθει στο μυστικό δωμάτιο στο οποίο ο πλαστογράφος «ζωγραφίζει» την εικόνα του Χριστού, ένα τέλειο τρισδιάστατο αρνητικό, χωρίς χρώμα ή κατεύθυνση. Η μέθοδός του ήταν τόσο μυστική που την πήρε στον τάφο μαζί του.

Μετά από μερικές ώρες, άνοιξε την πόρτα και κάλεσε την σύζυγό του, η οποία ήταν απασχολημένη με την προετοιμασία του δείπνου στην κουζίνα.

«Πώς σου φαίνεται;»

«Δεν είναι κακό. Αλλά ξέχασες τους αντίχειρες.»

«Δεν τους ξέχασα. Δεν ξέρεις ότι αν ένα καρφί καταστρέψει τα νεύρα στον καρπό, οι αντίχειρες στρέφονται προς την παλάμη, έτσι ώστε να μην μπορείς να τους δεις;»

«Μα δεν πέρασαν τα καρφιά από τις παλάμες;»

«Ε ναι, αλλά έβαλα πρώτα το αίμα και δεν πέτυχα την σωστή απόσταση.»

«Α, αν είναι έτσι... και τι γίνεται με την γύρη;»

«Ποια γύρη;»

«Αν η Σινδόνη ήταν στην Παλαιστίνη, στην Έδεσσα, και ας υποθέσουμε ότι πέρασε και από την Κωνσταντινούπολη, χρειάζεται γύρη απ’ όλα αυτά τα μέρη».

Στον πλαστογράφο μας άρεσε η ιδέα, πήρε γύρη από όλα τα μέρη που υπέδειξε η σύζυγός του και τα άπλωσε απαλά σε όλη την Σινδόνη του.

Και μετά, η τελευταία πινελιά. Δύο νομίσματα από την εποχή του Χριστού, κομμένα από τον αυτοκράτορα Τιβέριο, για να τοποθετηθούν στα μάτια του ανθρώπου. Ο άνθρωπός μας είχε επίσης αίσθηση του χιούμορ – αποφάσισε τα νομίσματα να μπουν στην εικόνα με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατά μόνο με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο.

Μια τέτοια ιστορία, ακόμη και χωρίς τους εξωραϊσμούς, είναι πιο απίστευτη από την αυθεντικότητα της Σινδόνης.