Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Η σύλληψη από τον Τιγελλίνο


Κάποια στιγμή έπεσε στην Ρώμη μια επιδημία, που οι γιατροί ονομάζουν καταρροή· αυτή προκαλούσε βήχα και δυσκολία στην ομιλία. Τότε γέμισαν ξαφνικά τα ιερά από ανθρώπους, που ικέτευαν για τον Νέρωνα, επειδή είχε πρηστεί ο φάρυγγάς του και η φωνή του έβγαινε βραχνή. Ο Απολλώνιος δυσανασχετούσε με αυτήν την ανοησία του πλήθους, κανέναν όμως δεν επιτιμούσε· αντιθέτως, και τον Μένιππο που εξοργιζόταν μ’ αυτά, τον συμβούλευε και τον συγκρατούσε προτρέποντάς τον να συγχωρεί τους θεούς, αν δείχνουν ευχαρίστηση στους μίμους των ανοήτων.

Όταν ο λόγος αυτός καταγγέλθηκε στον Τιγελλίνο, εκείνος έστειλε τους ανθρώπους του να οδηγήσουν τον Απολλώνιο στο δικαστήριο, για ν’ αποδείξει ότι δεν ασεβεί απέναντι στον Νέρωνα· είχε μάλιστα έτοιμο και τον κατήγορο, ο οποίος πολλούς ως τότε είχε οδηγήσει στον θάνατο και ήταν γεμάτος από τέτοιου είδους Ολυμπιακές νίκες. Αυτός κρατούσε στα χέρια του ένα έγγραφο, με γραμμένο το κατηγορητήριο, και, κουνώντας το σαν ξίφος εναντίον του σοφού, έλεγε ότι το έχει ακονίσει και ότι μ’ αυτό θα τον σκοτώσει. Όταν όμως ο Τιγελλίνος ξετυλίγοντας το έγγραφο δεν βρήκε πάνω του ούτε ίχνος γραφής και αντίκρυσε ένα βιβλίο χωρίς κανένα σημάδι, το μυαλό του πήγε σε θεϊκή παρέμβαση. Το ίδιο λέγεται ότι έπαθε αργότερα και ο Δομετιανός.

Αφού λοιπόν πήρε ιδιαιτέρως τον Απολλώνιο, τον οδήγησε στο απόρρητο δικαστήριο, όπου η αρμόδια υπηρεσία εκδικάζει αθέατη σοβαρές υποθέσεις και αφού τους απομάκρυνε όλους, τον ρώτησε ποιος τέλος πάντων είναι. Ο Απολλώνιος ανέφερε το όνομα του πατέρα και της πατρίδας του, τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί την σοφία και ότι αυτήν την χρησιμοποιεί με σκοπό να γνωρίσει τους θεούς και να κατανοήσει τους ανθρώπους, διότι έλεγε, από το να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, δυσκολώτερο είναι να γνωρίσει τον άλλο.

«Τους δαίμονες Απολλώνιε» είπε, «και τα φαντάσματα των ειδώλων πώς τα εξορκίζεις;»

«Όπως ακριβώς τους μιαρούς φονιάδες και τους ασεβείς ανθρώπους». Και αυτά τα έλεγε προς τον Τιγελλίνο περιπαίζοντάς τον, επειδή ήταν δάσκαλος του Νέρωνα σε κάθε είδους σκληρότητα και αισχρότητα.

«Θα μπορούσες να μαντεύσεις κάτι, αν σε παρακαλούσα;»

«Πώς» αποκρίθηκε, «κάποιος που δεν είναι μάντης;»

«Και όμως εσύ», είπε, «λένε ότι είσαι εκείνος που είπε ότι θα γίνει κάτι σοβαρό και δεν θα γίνει.»

«Σωστά» είπε, «άκουσες, αυτό όμως μην το αποδίδεις στην μαντική, αλλά στην σοφία περισσότερο, την οποία ο θεός αποκαλύπτει στους σοφούς άνδρες.»

«Τον Νέρωνα» ρώτησε, «γιατί δεν τον φοβάσαι;»

«Διότι» αποκρίθηκε, «ο θεός που εκείνον τον έκανε φοβερό, εμένα με έκανε άφοβο.»

«Και τι ιδέα έχεις για τον Νέρωνα;» ρώτησε.

«Καλύτερη από σας ασφαλώς· διότι εσείς τον θεωρείτε άξιο να τραγουδάει, εγώ όμως να σιωπά.»

Έκπληκτος τότε ο Τιγελλίνος είπε: «Πήγαινε, αφού δώσεις εγγυήσεις για το άτομό σου.»

Και ο Απολλώνιος είπε: «Και ποιος θα εγγυόταν για ένα άτομο που κανείς δεν μπορεί να περιορίσει;» 

Αυτά φάνηκαν στον Τιγελλίνο θεϊκά και πέρα από τα ανθρώπινα και όπως κάποιος που αποφεύγει να τα βάλει με τους θεούς, είπε: «Πήγαινε όπου θέλεις, γιατί εσύ είσαι πιο πάνω από το να σε κυβερνώ εγώ.»

Βίος Απολλωνίου, Βιβλίο Δ, Κεφάλαιο ΧLIV

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με greeklish δεν γίνονται δεκτά.